full screen background image

Events

29 April 2017 - Summer School on European Business Law, Corfu 2017, 24-28 Ιουλίου Το “Summer School” αποτε ... +++ 3 May 2016 - Εκδηλώσεις Τομέα Διεθνών Σπουδών – Κατεύθυνση Ι.Δ.Δ. ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ Ο Καθηγ ... +++ 30 April 2016 - 9.5.2016: Ημερίδα – Το Πρόσωπο και η Οικογένεια στο Δίκαιο και την Κοινωνία   Το Ελληνικό Τμή ... +++ 30 March 2016 - 14th ICC Miami Conference on International Arbitration This conference provides an indispe ... +++ 29 March 2016 - ICC Japan Arbitration Week The ICC Japan Arbitration week, 26- ... +++ 28 March 2016 - 2nd ICC Asia Conference on International Arbitration The conference will offer a line-up ... +++

-Νομολογία ΙΔΔ

Published on March 31st, 2016 | by Anna Lagoudi

0

Περίληψη: ΔΕΕ 13.05.2015 Υπόθεση C-536/13 Gazprom OAO- Βρυξέλλες Ι και Διαιτησία

Λέξεις- κλειδιά: Προδικαστική παραπομπή- Χώρος ελευθερίας ασφάλειας και δικαιοσύνης- Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις- Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001- Πεδίο εφαρμογής- Διαιτησία- Δεν εμπίπτει- Αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων- Αντιαγωγική διαταγή εκ μέρους διαιτητικού δικαστηρίου κράτους μέλους- Εξουσία των δικαστηρίων κράτους μέλους να αρνηθούν την αναγνώριση της διαιτητικής απόφασης- Σύμβαση της Νέας Υόρκης

Αριθμός απόφασης: C– 536/13

Δικαστήριο: Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης

Πηγή: ECLI:EU:C:2015:316

Επιμέλεια: Άννα Λαγούδη

 

Α. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

Απόφαση της 13ης Μαΐου 2015, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Lietuvos Aukščiausiasis Teismas (Λιθουανία), και αφορά το καθεστώς της διαιτησίας και των “anti- suit injunctions”, υπό το πρίσμα του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

Η Lietuvos dujos AB είναι ανώνυμη εταιρία λιθουανικού δικαίου, η οποία δραστηριοποιείται στην αγορά φυσικού αερίου από τη Gazprom OAO (Ρωσική Ομοσπονδία). Κατά το χρόνο που ανέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, οι κύριοι μέτοχοι της εν λόγω εταιρίας ήταν, η εταιρία γερμανικού δικαίου “E.ON Ruhrgas International GmbH”, κατέχουσα τα 38,91% του μετοχικού κεφαλαίου, η Gazprom, που κατείχε το 37,1% του κεφαλαίου και το λιθουανικό Δημόσιο, που κατείχε το 17,7%. Η Gazprom συνήψε συμφωνία μεταξύ των μετόχων, που περιελάμβανε ρήτρα διαιτησίας, κατά την οποία «όλες οι διαφορές, διαφωνίες ή ενστάσεις που συνδέονται με την παρούσα συμφωνία…επιλύονται οριστικώς με διαιτησία, σύμφωνα με τον κανονισμό διαιτησίας του Ινστιτούτου Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου Στοκχόλμης.

Παρά την ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας, η Λιθουανική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από το Υπουργείο Ενέργειας, άσκησε αγωγή ενώπιον των λιθουανικών δικαστηρίων, ζητώντας τη διεξαγωγή έρευνας αφορώσας τις δραστηριότητες του νομικού προσώπου. Η Gazprom από την πλευρά της, εκτιμώντας ότι η αγωγή συνιστούσε παραβίαση της ρήτρας διαιτησίας, κατέθεσε αίτηση διαιτησίας στο Ινστιτούτο Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου Στοκχόλμης και ζήτησε μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί το Υπουργείο να παύσει την εξέταση της εκκρεμούς υπόθεσης. Το διαιτητικό δικαστήριο με απόφασή του, διαπίστωσε μερική παραβίαση της συμφωνίας διαιτησίας και διέταξε το Υπουργείο να ανακαλέσει ή να περιορίσει ορισμένα από τα αιτήματα της αγωγής του. Ακολούθως, η Gazprom υπέβαλε ενώπιον του εφετείου Λιθουανίας αίτηση αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, η οποία απερρίφθη.

Εν συνεχεία, ασκήθηκε αναίρεση κατά της απόφασης του εφετείου και το Ανώτατο Δικαστήριο της Λιθουανίας αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα. Το αιτούν δικαστήριο επί της ουσίας διερωτάται κατά πόσον, δυνάμει της νομολογίας του Δικαστηρίου στον τομέα αυτό και του άρθρου 71 του κανονισμού 44/2001, μπορεί το επιλαμβανόμενο δικαστήριο να αρνηθεί την αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, την οποία χαρακτηρίζει anti- suit injunction, με το σκεπτικό ότι με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται η εξουσία του λιθουανικού δικαστηρίου να κρίνει την ιδία αυτού αρμοδιότητα να αποφανθεί επί της αίτησης διεξαγωγής έρευνας των δραστηριοτήτων νομικού προσώπου.

 

Β. Το νομικό πλαίσιο

Άρθρο 1 §§ 1, 2 στ. δ’, 71 § 1 Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις

 

Γ. Η απόφαση του Δικαστηρίου

Καταρχάς, το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι ο κανονισμός 44/2001 εξαιρεί στο άρθρο 1 § 2 στ. δ’ τη διαιτησία από το πεδίο εφαρμογής του. Ακολούθως, το ΔΕΕ προέβη σε μία αντιπαράθεση της υπό κρίση υπόθεσης με την προγενέστερη νομολογία του στην υπόθεση Allianz και Generali Assicurazioni Generali (C-185/07).

Το ΔΕΕ με την απόφασή του, στην υπόθεση Allianz και Generali Assicurazioni Generali έκρινε ότι η έκδοση αντιαγωγικής διαταγής (anti- suit injunction) είναι ασύμβατη προς τον κανονισμό 44/2001, καθώς ο τελευταίος δεν επιτρέπει τον έλεγχο της δικαιοδοσίας δικαστηρίου κράτους μέλους από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους. Επιπλέον, έκρινε ότι μία τέτοια διαταγή έρχεται σε αντίθεση προς την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των δικαιοδοτικών συστημάτων.

Ωστόσο, κατά το ΔΕΕ, στην υπό κρίση υπόθεση τα πράγματα είναι διαφορετικά, στο μέτρο που η εν λόγω διαταγή έχει εκδοθεί από διαιτητικό και όχι πολιτειακό δικαστήριο.  Ο κανονισμός 44/2001 διέπει μόνον τη σύγκρουση αρμοδιοτήτων μεταξύ δικαστηρίων των κρατών μελών, ήτοι κρατικών δικαστηρίων. Τα διαιτητικά δικαστήρια δεν αποτελούν κρατικά δικαστήρια και συνεπώς δεν υφίσταται τέτοια σύγκρουση. Με το ίδιο σκεπτικό το ΔΕΕ έκρινε ότι δεν θίγεται και η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης των κρατών μελών στα νομικά τους συστήματα και στα δικαιοδοτικά τους όργανα.

Το Δικαστήριο τόνισε, επίσης, ότι η επιβαλλόμενη εκ μέρους διαιτητικού δικαστηρίου απαγόρευση σε διάδικο να υποβάλει ορισμένα αιτήματα ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, δεν στερεί τον τελευταίο από τη δικαστική προστασία, καθώς στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής αποφάσεως, μπορεί να αντιταχθεί σε αυτήν.

Η υπό κρίση υπόθεση διέπεται από το δικονομικό δίκαιο του κράτους μέλους όπου επιζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης και ενδεχομένως και από τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης. Η τελευταία ρυθμίζει τομέα που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού και ως εκ τούτου δεν αφορά κάποια «ειδικά θέματα» υπό την έννοια του άρθρου 71 § 1 του κανονισμού.

Το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι ο κανονισμός 44/2001 δεν αντιτίθεται στην εκ μέρους δικαστηρίου κράτους μέλους αναγνώριση και εκτέλεση ή στην άρνηση αναγνώρισης και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης, εκδιδόμενης από διαιτητικό δικαστήριο άλλου κράτους μέλους, η οποία απαγορεύει σε διάδικο να υποβάλει ορισμένα αιτήματα ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους αυτού.

 

Δ. Παρατηρήσεις

Το ΔΕΕ με την απόφασή του στην υπόθεση Gazprom αντιμετώπισε το ζήτημα της έκδοσης αντιαγωγικής διαταγής, όχι πλέον από κρατικό δικαστήριο κράτους μέλους, αλλά από διαιτητικό δικαστήριο, η οποία απαγορεύει σε διάδικο να υποβάλει μερικά αιτήματά του σε δικαστήρια άλλου κράτους μέλους.

Ένα πρώτο ζήτημα που εγείρεται στο πλαίσιο της εν λόγω απόφασης, έγκειται στην ίδια την έννοια της anti- suit injunction. Αποτελεί πράγματι anti- suit injunction διάταξη που εκδίδεται από διαιτητικό δικαστήριο και η μη συμμόρφωση με την οποία δεν επισύρει καμία ποινική κύρωση για τον διάδικο προς τον οποίο απευθύνεται;

Επιπλέον, η εν λόγω απόφαση του ΔΕΕ παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ιδίως ενόψει του κανονισμού (ΕΚ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 και της αναδιατύπωσής του στον τομέα της διαιτησίας, ο οποίος καίτοι δεν εφαρμόζεται στα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, φαίνεται να ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της υπόθεσης. Το γεγονός αυτό προκύπτει καταφανώς από τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Melchior Wathelet στην υπό κρίση υπόθεση.

Η εξαίρεση της διαιτησίας από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ι (αναδιατύπωση) συντίθεται αφενός από την εξαίρεση καθεαυτήν στο άρθρο 1 § 2 στ. δ’, η οποία υπήρχε και στον προγενέστερο κανονισμό και αφετέρου από την αιτιολογική σκέψη 12  του κανονισμού, η οποία αποσαφηνίζει την εξαίρεση και τη ρητή πρόβλεψη της υπεροχής της Σύμβασης της Νέας Υόρκης στο άρθρο 73 § 2 [Martin Illmer, The Revised Brussels I Regulation and Arbitration – A Missed Opportunity?. in Andrea Bonomi and Gian Paolo Romano (eds), Yearbook of Private International Law Vol XVI (2014/2015) (Otto Schmidt 2015) 90]. Κατά την άποψη του Γενικού Εισαγγελέα Melchior Wathelet, η τελική εκδοχή του κανονισμού Βρυξέλλες Ι (αναδιατύπωση) αποβλέπει στην επέκταση του αποκλεισμού της διαιτησίας σε οιαδήποτε διαδικασία σχετική με τη διαιτησία (σκέψεις 117 και 125 των προτάσεων).

Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από το δ’ εδάφιο της αιτιολογικής σκέψης 12, κατά το οποίο «ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε προσφυγή ή παρεμπίπτουσα διαδικασία, ειδικότερα, όσον αφορά…τη διεξαγωγή μιας διαιτητικής διαδικασίας ή τυχόν άλλες πτυχές της εν λόγω διαδικασίας, ούτε σε τυχόν…αναγνώρισης ή εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης». Η anti- suit injunction, ως μέτρο που δύναται να διατάξει ο δικαστής της έδρας του διαιτητικού δικαστηρίου προς στήριξη της διαιτησίας, συνιστά παρεμπίπτουσα διαδικασία, αφορώσα τη διεξαγωγή μιας διαιτητικής διαδικασίας και συνεπώς δεν δύναται να δικαιολογηθεί υπό το καθεστώς του κανονισμού Βρυξέλλες Ι (αναδιατύπωση). Φαίνεται, λοιπόν ότι η αναδιατύπωση του κανονισμού Βρυξέλλες Ι απομακρύνεται από τη νομολογία του ΔΕΕ στην υπόθεση West Tanκers και επανέρχεται στην ερμηνεία που δόθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση Marc Rich.

Το πνεύμα του κανονισμού Βρυξέλλες Ι (αναδιατύπωση) φαίνεται να ακολουθεί το ΔΕΕ με την απόφασή του στην υπόθεση Gazprom. Σε κάθε περίπτωση, όμως, κατά το ΔΕΕ ο κανονισμός Βρυξέλλες Ι δεν δύναται να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση anti- suit injunction που εκδίδεται από διαιτητικό δικαστήριο και της οποίας η αναγνώριση και εκτέλεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης της Νέας Υόρκης.

Ολόκληρο το κείμενο της απόφασης, εδώ…





About the Author


Back to Top ↑