full screen background image

Events

29 April 2017 - Summer School on European Business Law, Corfu 2017, 24-28 Ιουλίου Το “Summer School” αποτε ... +++ 3 May 2016 - Εκδηλώσεις Τομέα Διεθνών Σπουδών – Κατεύθυνση Ι.Δ.Δ. ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ Ο Καθηγ ... +++ 30 April 2016 - 9.5.2016: Ημερίδα – Το Πρόσωπο και η Οικογένεια στο Δίκαιο και την Κοινωνία   Το Ελληνικό Τμή ... +++ 30 March 2016 - 14th ICC Miami Conference on International Arbitration This conference provides an indispe ... +++ 29 March 2016 - ICC Japan Arbitration Week The ICC Japan Arbitration week, 26- ... +++ 28 March 2016 - 2nd ICC Asia Conference on International Arbitration The conference will offer a line-up ... +++

-Νομολογία ΙΔΔ

Published on December 19th, 2016 | by Anna Lagoudi

0

Περίληψη: ΔΕΕ C-428/15 – Βρυξέλλες ΙΙα- Μηχανισμός παραπομπής της υπόθεσης στο καταλληλότερο δικαστήριο

Λέξεις- κλειδιά: Προδικαστική παραπομπή- Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις- Διεθνής δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας- Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003- Άρθρο 15- Παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο δικαστήριο- Πεδίο εφαρμογής- Προϋποθέσεις εφαρμογής-  Δικαστήριο που είναι σε θέση να κρίνει καλύτερα την υπόθεση- Ύψιστο συμφέρον του παιδιού

 

Αριθμός απόφασης: C- 428/15

Δικαστήριο: Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης

Πηγή: ECLI:EU:C:2016:819

Επιμέλεια: Άννα Λαγούδη

 

Α. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2016, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο, Ιρλανδία) και αφορά την ερμηνεία του άρθρου 15 του Kανονισμού (ΕΚ) 2201/2003.

Τα πραγματικά περιστατικά στην υπόθεση της κύριας δίκης έχουν ως εξής: Η αίτηση προδικαστικής απόφασης εντάσσεται στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς της Αρχής προστασίας της παιδικής ηλικίας και της οικογένειας της Ιρλανδίας (στο εξής: Αρχή) και της D., αναφορικά με την τύχη του δεύτερου τέκνου της, του ανηλίκου R. Πιο συγκεκριμένα, η D. είναι Βρετανίδα υπήκοος, η οποία απέκτησε δύο τέκνα. Το πρώτο τέκνο της τοποθετήθηκε σε ίδρυμα του Ηνωμένου Βασιλείου, αφού  προηγουμένως διαπιστώθηκε ότι η D., αφενός, είχε διαταραγμένη προσωπικότητα και, αφετέρου, είχε ασκήσει σωματική βία κατά του τέκνου αυτού. Ενόσω η D. ήταν έγκυος στο δεύτερο τέκνο της, υποβλήθηκε σε προγεννητική αξιολόγηση από τις αρμόδιες τοπικές αρχές προστασίας της παιδικής ηλικίας, λόγω του ιατρικού και οικογενειακού ιστορικού της. Μολονότι από την αξιολόγηση αυτή προέκυψε ότι η D. αντιμετώπιζε θετικά την επικείμενη γέννηση του δεύτερου τέκνου της και είχε εκδηλώσει τη βούλησή της να συνεργαστεί με τους κοινωνικούς λειτουργούς, εντούτοις οι αρμόδιες αρχές εκτίμησαν ότι ο R. έπρεπε να δοθεί σε ανάδοχη οικογένεια. Κατόπιν τούτου, η D. εγκαταστάθηκε στην Ιρλανδία, όπου και γεννήθηκε το δεύτερο τέκνο της. Μετά τη γέννηση του R., η Αρχή ζήτησε από το αρμόδιο District Court να διατάξει την τοποθέτηση του τέκνου σε ανάδοχη οικογένεια. Αρχικά η αίτηση απορρίφθηκε και κατόπιν άσκησης έφεσης από την Αρχή, διατάχθηκε η προσωρινή τοποθέτηση του τέκνου σε ανάδοχη οικογένεια. Παράλληλα, η Αρχή ζήτησε από το High Court να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς την ουσία της, στο High Court of Justice (England & Wales), κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15 του Καν. 2201/2003. Το High Court επέτρεψε στην Αρχή να ζητήσει από το δικαστήριο εκείνο να ασκήσει τη διεθνή του δικαιοδοσία επί της συγκεκριμένης υπόθεσης. Ακολούθως, η D. άσκησε αναίρεση κατά της εν λόγω απόφασης ενώπιον του Supreme Court.

Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται καταρχάς, αν η διάταξη αυτή μπορεί να έχει εφαρμογή σε υπόθεση δημοσίου δικαίου, όπως αυτή της κύριας δίκης, ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι δεν εκκρεμεί δίκη σχετικά με τον R. στο Ηνωμένο Βασίλειο και ότι, επομένως, η αναγνώριση διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του εν λόγω κράτους μέλους συνεπάγεται, ότι οι αρμόδιες αρχές για την προστασία της παιδικής ηλικίας του εν λόγω κράτους μέλους δέχονται οι ίδιες να επιληφθούν της περίπτωσης του R. Επιπροσθέτως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί με ποιον τρόπο πρέπει να ερμηνευθεί η κατά το άρθρο 15 § 1 του Καν. 2201/2003 έννοια του «ύψιστου συμφέροντος του παιδιού». Ως προς το ζήτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο είναι της άποψης ότι, η διάταξη αυτή δεν απαιτεί το δικαστήριο που κανονικά έχει διεθνή δικαιοδοσία να κρίνει επί της ουσίας την υπόθεση, να προβεί σε πλήρη εξέταση του ύψιστου συμφέροντος του παιδιού, αλλά πρέπει να προβεί σε συνοπτική αξιολόγηση του ζητήματος αυτού, υπό το πρίσμα της αρχής ότι είναι προς το «ύψιστο συμφέρον του παιδιού» να το πράξει το δικαστήριο «που είναι σε θέση να εκτιμήσει καλύτερα την κατάσταση», οπότε το δικαστήριο του άλλου κράτους μέλους οφείλει να προβεί σε βαθύτερη ανάλυση. Τέλος, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, ποια στοιχεία πρέπει να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο μιας τέτοιας συνοπτικής αξιολόγησης, και ιδίως αν μπορούν να συνεκτιμηθούν στοιχεία όπως, η επιθυμία της μητέρας να βρεθεί εκτός των ορίων της αρμοδιότητας των κοινωνικών υπηρεσιών του κράτους μέλους καταγωγής της, μεταβαίνοντας για να γεννήσει το παιδί της σε άλλο κράτος μέλος, του οποίου το σύστημα κοινωνικών υπηρεσιών θεωρεί ότι είναι πιο ευνοϊκό.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο ΔΕΕ προδικαστικά ερωτήματα ως προς τους ανωτέρω προβληματισμούς του.

Β. Το νομικό πλαίσιο

άρθρο 15 Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος καταργεί τον Κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000

 

Γ. Η απόφαση του Δικαστηρίου

Το ΔΕΕ κλήθηκε να απαντήσει, αν το άρθρο 15 του Καν. 2201/2003 έχει την έννοια ότι, τυγχάνει εφαρμογής σε υπόθεση όπως της κύριας δίκης, όπου η αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους έχει κινήσει ένδικη διαδικασία με χαρακτήρα δημοσίου δικαίου, για τη λήψη μέτρων προστασίας παιδιού, σε περίπτωση που, εφόσον δικαστήριο άλλου κράτους μέλους κηρυχθεί αρμόδιο να την κρίνει, θα πρέπει οπωσδήποτε οι αρχές του δεύτερου αυτού κράτους μέλους να κινήσουν εν συνεχεία χωριστή διαδικασία, σε σχέση με εκείνη στο πρώτο κράτος μέλος, η οποία θα στηρίζεται στο δικό τους εθνικό δίκαιο και, ενδεχομένως, σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά. Η απάντηση του δικαστηρίου στο ερώτημα αυτό ήταν θετική. Καταρχάς, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι, η συστηματική κατάταξη του άρθρου 15 στο τμήμα 2 του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του δεν διαφοροποιείται από το πεδίο εφαρμογής των υπόλοιπων κανόνων δικαιοδοσίας που προβλέπονται στο οικείο τμήμα. Περαιτέρω, οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που θεσπίζει ο Κανονισμός επί υποθέσεων γονικής μέριμνας, πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 5 του ιδίου κανονισμού, υπό την έννοια ότι τυγχάνουν εφαρμογής και σε υποθέσεις γονικής μέριμνας με αντικείμενο τη λήψη μέτρων προστασίας παιδιού, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου τέτοια μέτρα θεωρείται, κατά την εσωτερική νομοθεσία του αντίστοιχου κράτους μέλους, ότι διέπονται από το δημόσιο δίκαιο. Επιπλέον το ΔΕΕ τόνισε ότι, καμία διάταξη του κανονισμού δεν απαιτεί για την εφαρμογή του άρθρου 15, να συντρέχει κάποια πρόσθετη δικονομική προϋπόθεση, πέραν της υποβολής σχετικής αίτησης είτε από τους διαδίκους της διαφοράς, είτε από το αρμόδιο δικαστήριο του πρώτου κράτους μέλους. Επομένως, ακόμα κι αν υπάρχει εθνικός δικονομικός κανόνας που προβλέπει ότι, εφόσον κηρυχθεί δικαστήριο άλλου κράτους μέλους αρμόδιο, θα πρέπει οπωσδήποτε οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους να κινήσουν εν συνεχεία χωριστή ένδικη διαδικασία από εκείνη στο πρώτο κράτος μέλος, δεν επηρεάζει την εφαρμογή του άρθρου 15. Εξάλλου, το ενδεχόμενο να έχει η κίνηση χωριστής ένδικης διαδικασίας από την αρχή του άλλου κράτους μέλους ως συνέπεια να λάβει υπόψη του το δικαστήριο αυτού του κράτους μέλους πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο το οποίο είχε αρχικώς διεθνή δικαιοδοσία, ανήκει στα εγγενή χαρακτηριστικά του μηχανισμού της παραπομπής της υπόθεσης στο καταλληλότερο δικαστήριο, τον οποίο καθιερώνει το άρθρο 15.

Ακολούθως, το ΔΕΕ προέβη σε ερμηνεία των εννοιών «σε θέση να κρίνει καλύτερα» και «ύψιστο συμφέρον του παιδιού», όπως χρησιμοποιούνται στο άρθρο 15. Ειδικότερα, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι το άρθρο 15 εισάγει εξαίρεση από τον γενικό κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 8 § 1 του  κανονισμού και, επομένως, πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Αρχικά, το δικαστήριο κράτους μέλους μπορεί να παραπέμψει υπόθεση σχετική με γονική μέριμνα αποκλειστικώς και μόνο σε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους με το οποίο το παιδί έχει «ιδιαίτερη σχέση». Η έννοια της «ιδιαίτερης σχέσης» εισάγει έναν σύνδεσμο «ιδιαίτερης» εγγύτητας ο οποίος πιστοποιείται από ένα ή περισσότερα εκ των εξαντλητικώς απαριθμούμενων στοιχείων του άρθρου 15 § 3. Το δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία οφείλει να ελέγξει πόσο σημαντικός και έντονος είναι ο ως άνω σύνδεσμος συγκριτικά με τον σύνδεσμο «γενικής» εγγύτητας του άρθρου 8 § 1, ώστε ανατρέψει το ισχυρό τεκμήριο υπέρ της διατήρησης της δικής του αρμοδιότητας. Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον το δικαστήριο του άλλου κράτους μέλους με το οποίο το παιδί έχει ιδιαίτερη σχέση, είναι καταλληλότερο να κρίνει την υπόθεση. Και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο αυτό μπορεί, ενόψει των εθνικών δικονομικών κανόνων, όχι όμως και κανόνων ουσιαστικού δικαίου, να έχει πραγματική και συγκεκριμένη προστιθέμενη αξία για την έκδοση απόφασης. Τρίτον, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η παραπομπή εξυπηρετεί το ύψιστο συμφέρον του παιδιού, ήτοι ότι η σχεδιαζόμενη παραπομπή σε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους δεν θα έχει επιζήμιες συνέπειες για την συναισθηματική, οικογενειακή, κοινωνική και πραγματική κατάσταση του παιδιού.

Τέλος, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί του ζητήματος, κατά πόσον το δικαστήριο κράτους μέλους που έχει διεθνή δικαιοδοσία, οφείλει να λάβει υπόψη, κατά την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 15 σε συγκεκριμένη υπόθεση, είτε τον αντίκτυπο ενδεχόμενης παραπομπής της υπόθεσης σε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους επί του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των οικείων προσώπων, είτε τον λόγο για τον οποίο η μητέρα του παιδιού έκανε χρήση του εν λόγω δικαιώματος προτού κινηθεί η διαδικασία ενώπιόν του. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, η παραπομπή της υπόθεσης εξυπηρετεί το ύψιστο συμφέρον του παιδιού. Ως εκ τούτου, ο ενδεχόμενος αρνητικός αντίκτυπος της παραπομπής επί του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας του παιδιού θα πρέπει  να συνεκτιμάται. Ωστόσο, δεν συμβαίνει το ίδιο ως προς άλλα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένης της μητέρας, στο μέτρο που ο περιορισμός αυτός δεν δύναται να επηρεάσει αρνητικά την κατάσταση του παιδιού. Το ίδιο ισχύει και για τους λόγους για τους οποίους η μητέρα του παιδιού έκανε χρήση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας προτού κινηθεί η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου που έχει διεθνή δικαιοδοσία.

Δ. Παρατηρήσεις με αφορμή την απόφαση

Στην εν λόγω υπόθεση, το ΔΕΕ κλήθηκε να ερμηνεύσει τη διάταξη του άρθρου 15 του Καν. (ΕΚ) 2201/2003, η οποία επιτρέπει στον δικαστή που έχει διεθνή δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υπόθεσης, να παραπέμψει την υπόθεση στο δικαστήριο άλλου κράτους μέλους που είναι «σε θέση να κρίνει καλύτερα την υπόθεση», εφόσον αυτό «εξυπηρετεί το ύψιστο συμφέρον του παιδιού».

Θα πρέπει, καταρχάς, να τονιστεί ότι, το άρθρο 15 του κανονισμού συνιστά ειδικό κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας και εισάγει εξαίρεση από τον γενικό κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 8 § 1 του ιδίου κανονισμού. Η διάταξη αυτή αντλεί την έμπνευσή της από τη Σύμβαση της Χάγης του 1996 (άρθρα 8-9) [για τη σχέση μεταξύ του Καν. 2201/2003 και της Σύμβασης της Χάγης του 1996 βλ. Γιαννόπουλος Π., Διεθνής δικαιοδοσία και εφαρμοστέο δίκαιο κατά τον Κανονισμό 2201/2003 και τη Σύμβαση της Χάγης του 1996 για θέματα γονικής μέριμνας και προστασίας των ανηλίκων. Σημεία επαφής και απόκλισης στο: Εταιρεία Νομικών Βορείου Ελλάδος, Το διαζύγιο και οι συνέπειές του στις οικογενειακές έννομες σχέσεις. Ζητήματα ουσιαστικού και Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου (2016) 119 επ.] και εισάγει σε περιορισμένο βαθμό τον κανόνα του forum non conveniens. Η εν λόγω αρχή επιτρέπει σε ένα δικαστήριο, το οποίο έχει διεθνή δικαιοδοσία να δικάσει μία αγωγή που ασκείται ενώπιόν του, να αποποιηθεί της δικαιοδοσίας του, εφόσον κρίνει ότι δεν είναι πρόσφορο forum [Αρβανιτάκης Π.- Βασιλακάκης Ε., Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003. Κατ’ άρθρο ερμηνεία, (-Βασιλακάκης) Άρθρο 15 (2016) 158-160]. Ο μηχανισμός της παραπομπής που εισάγει η διάταξη αυτή αποτελεί καινοτομία στην ενωσιακή νομοθεσία περί διεθνούς δικαιοδοσίας και πρέπει να λειτουργεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως άλλωστε ρητά ορίζει και η ίδια η διάταξη [Φουντεδάκη, Οι υποθέσεις γονικής μέριμνας στο νέο κανονισμό (ΕΚ) 2201/2003, Για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας (2004) 72].

Στην υπό κρίση υπόθεση, δύο είναι τα βασικά ζητήματα που απασχόλησαν το Δικαστήριο, αφενός, το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15, και αφετέρου, οι ειδικότερες προϋποθέσεις εφαρμογής του. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, αξίζει να συγκρατήσει κανείς ότι, οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας τους οποίους θέτει ο κανονισμός 2201/2003 για τις υποθέσεις γονικής μέριμνας πρέπει να ερμηνεύονται, λαμβανομένης υπόψη και της αιτιολογικής σκέψης 5 του κανονισμού, υπό την έννοια ότι τυγχάνουν εφαρμογής και σε υποθέσεις γονικής μέριμνας με αντικείμενο τη λήψη μέτρων προστασίας παιδιού, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου τέτοια μέτρα θεωρείται, κατά την εσωτερική νομοθεσία του αντίστοιχου κράτους μέλους, ότι διέπονται από το δημόσιο δίκαιο.

Προκειμένου να εφαρμοστεί η δυνατότητα παραπομπής που παρέχει το άρθρο 15, πρέπει να συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις. Ειδικότερα, θα πρέπει το δικαστήριο στο οποίο θα παραπεμφθεί η υπόθεση, να είναι δικαστήριο κράτους μέλους με το οποίο το παιδί έχει ιδιαίτερη σχέση και γι’ αυτό το λόγο, να είναι σε θέση να κρίνει καλύτερα την υπόθεση ή μέρος αυτής και επιπλέον η παραπομπή αυτή να εξυπηρετεί το ύψιστο συμφέρον του παιδιού [Τσούκα Χρ. (επιμ.), Οικογενειακό Διεθνές Δίκαιο, (-Κανελλοπούλου) (2016) 312-313]. Η συμβολή της εν λόγω απόφασης του ΔΕΕ έγκειται ακριβώς στην παράθεση ορισμένων κρίσιμων ερμηνευτικών στοιχείων και κριτηρίων για τον εθνικό δικαστή ως προς τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Καταρχάς, το ΔΕΕ διευκρινίζει ότι, ο κατά το άρθρο 15 § 3 κατάλογος των περιπτώσεων που το παιδί έχει ιδιαίτερη σχέση με το άλλο κράτος μέλος είναι εξαντλητικός. Οι δύο άλλες προϋποθέσεις είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Ο καθορισμός του δικαστηρίου που είναι σε θέση να κρίνει καλύτερα την υπόθεση μπορεί να λάβει χώρα, μόνον τηρουμένου του ύψιστου συμφέροντος του παιδιού, όπως εξάλλου συνάγεται και από την αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού. Ειδικότερα, πρέπει να εξετάζεται, αν η μεταφορά δικαιοδοσίας θα υπηρετήσει καλύτερα το ύψιστο συμφέρον του παιδιού και όχι αν η λύση επί της ουσίας της διαφοράς από το δικαστήριο της παραπομπής θα είναι πιο ευνοϊκή. Τέλος, το ΔΕΕ αποσαφηνίζει ποια κριτήρια πρέπει να συνεκτιμώνται για τον προσδιορισμό του ύψιστου συμφέροντος του παιδιού, ήτοι οι ενδεχόμενες επιζήμιες συνέπειες που μπορεί να έχει η σχεδιαζόμενη παραπομπή για την συναισθηματική, οικογενειακή, κοινωνική και πραγματική κατάσταση του παιδιού.

Ολόκληρο το κείμενο της απόφασης, εδώ…





About the Author


Back to Top ↑