full screen background image

Events

2 August 2019 - Concours de droit comparé Société de législation comparée ... +++ 25 July 2019 - Formation: Après-midi d’étude – Blockchain et contrats intelligents Editions Larcier, ici Formation: Ap ... +++ 4 June 2019 - Formation Lexing – Marketing et RGPD Editions Larcier, ici   Format ... +++ 19 April 2019 - Société de législation comparée – Concours de droit comparé Revue internationale de droit compa ... +++ 11 April 2019 - Formation: Colloque DCCR – Droit de la consommation et protection des données à caractère personnel Revue de droit international et de ... +++ 7 March 2019 - 6ème Atelier de droit comparé – 22 mars 2019 Revue internationale de droit compa ... +++

-Δίκαιο Αλλοδαπών

Published on January 19th, 2017 | by Elpida Tsiaka

0

ΠΕΡΙΛΗΨΗ: ΕΔΔΑ – USTINOVA κατά Ρωσίας – Διάταξη αποκλεισμού επανεισόδου λόγω HIV – Οικογενειακή επανένωση – Άρθρο 8 ΕΣΔΑ

Περίληψη: Υπόθεση USTINOVA κατά Ρωσίας (Αίτηση υπ’αριθμ. 7994/14), 8 Νοεμβρίου 2016

Λέξεις κλειδιά: Διάταξη αποκλεισμού εισόδου στη Ρωσία, επάνοδος, Ουκρανία, σύζυγος, νεογέννητο, ρωσική υπηκοότητα, φορέας του HIV, οικογενειακή επανένωση, ανθρωπιστικοί λόγοι, άρθρο 8 §§ 1 και 2 ΕΣΔΑ, άρθρο 14 ΕΣΔΑ

Δικαστήριο: Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Τρίτο Τμήμα

Α. Ιστορικό Πλαίσιο

Στην υπό κρίση περίπτωση εκδικάζεται από το Τρίτο Τμήμα του ΕΔΔΑ η από 27 Δεκεμβρίου 2013 αίτηση μιας Ουκρανής υπηκόου, της Anna Yuryevna Ustinova, κατά της Ρωσίας. Η αιτούσα υποστηρίζει στην αίτησή της ότι χωρίστηκε από την οικογένειά της, η οποία διαμένει στη Ρωσία, λόγω της κατάστασης της υγείας της. Η κυβέρνηση της Ουκρανίας, χώρα υπηκοότητας της αιτούσας, επέλεξε να μην παρέμβει στην παρούσα υπόθεση.

Η αιτούσα μετακόμισε στη Ρωσία στις αρχές του 2000. Το 2008 γνωρίστηκε και άρχισε να συζεί με τον σύζυγό της, A. U., ρωσικής υπηκοότητας. Το 2009 η κόρη της αιτούσας από προηγούμενο γάμο μετακόμισε μαζί τους και εγγράφηκε σε ρωσικό δημοτικό σχολείο. Στις 16 Μαρτίου 2012 το ζευγάρι παντρεύτηκε και στις 23 Αυγούστου 2012  γεννήθηκε ο γιός τους, ο οποίος απέκτησε τη ρωσική υπηκοότητα. Στις 31 Μαρτίου 2013 και ενώ η αιτούσα επέστρεφε με το τρένο στη Ρωσία από την Ουκρανία μαζί με τα δύο της παιδιά, η Ρωσική Υπηρεσία Συνοριακού Ελέγχου (Russian Border Control Service) της έδωσε έγγραφη ειδοποίηση ενημερώνοντάς την ότι δεν μπορεί να ξαναεισέλθει στη Ρωσία βάσει του Νόμου για τις Διαδικασίες Εισόδου και Εξόδου από τη Χώρα (Entry and Exit Procedures Act)˙η εν λόγω ειδοποίηση δεν διευκρίνιζε, ωστόσο, τους λόγους της απαγόρευσης επανόδου στη Ρωσία. Τον Απρίλιο του 2013 ο σύζυγος της αιτούσας κατόρθωσε να πάρει αντίγραφο της διάταξης αποκλεισμού (exclusion order), την οποία η Αρχή Προστασίας του Καταναλωτή (CPA) είχε ήδη εκδώσει από τις 9 Ιουνίου 2012. Η απόφαση αυτή ανέφερε ακριβώς τη διάταξη νόμου που αποτέλεσε το έρεισμά της (Entry and Exit Procedures Act (no. 114 – FZ of 15 August 1996), Sections 25.10, 27 (7) (7), όχι όμως και κάποιον λόγο ή κάποιο γεγονός που να εξηγεί νομικά ή πραγματικά τον αποκλεισμό. Μεταγενέστερα αποκαλύφθηκε ότι η βάση για τη διάταξη αποκλεισμού ήταν το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της το 2012, η αιτούσα είχε βρεθεί θετική στον ιό HIV και το νοσοκομείο όπου η αιτούσα εξετάσθηκε ειδοποίησε την CPA για την κατάστασή της.

Ο σύζυγος της αιτούσας, ως ενάγων αλλά και ως εκπρόσωπός της, προσέφυγε στα ρωσικά δικαστήρια προσβάλλοντας τη διάταξη αποκλεισμού, υποστηρίζοντας συγκεκριμένα ότι η CPA δεν έλαβε υπόψην της ούτε τον οικογενειακό σύνδεσμο της αιτούσας με τη Ρωσία ούτε την κατάσταση της υγείας της˙τα αρμόδια ρωσικά δικαστήρια απέρριψαν συνοπτικά το αίτημα του: επανέλαβαν αυτολεξεί το κείμενο της διάταξης αποκλεισμού, κήρυξαν αυτή την τελευταία νόμιμη και υπογράμμισαν ότι η προσβολή της αιτούσας με τον ιό HIV ‘’συνιστούσε έναν πραγματικό κίνδυνο για τον πληθυσμό της Ρωσίας’’. Ο σύζυγος της αιτούσας προσέφυγε στο Ακυρωτικό Δικαστήριο επικαλούμενος τη θέση του Ρωσικού Συνταγματικού Δικαστηρίου ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψην ανθρωπιστικοί λόγοι όταν διακυβεύεται η απομάκρυνση ενός ανθρώπου από την οικογένειά του, καθώς και τη νομολογία του ως άνω δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 8 ΕΣΔΑ. Επεσήμανε, επίσης, ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο γιός τους έχουν τη ρωσική υπηκοότητα, ότι η κόρη της αιτούσας φοιτά σε ρωσικό σχολείο και ότι ο ιός HIV βρίσκεται σε λανθάνον στάδιο στον οργανισμό της αιτούσας. Τελικά, οι αρμόδιες ρωσικές δικαστικές αρχές απέρριψαν με συνοπτικές αποφάσεις τους την αίτηση του συζύγου της αιτούσας για εξέταση της υπόθεσης από το ρωσικό Ακυρωτικό Δικαστήριο. Η αιτούσα με την κόρη της επέστρεψαν στην Ουκρανία και ο σύζυγος παρέμεινε με τον γιό τους στη Ρωσία, χωρίς μάλιστα να έχει τη δυνατότητα να την επισκέπτεται.

Η δημοσιοποίηση της υπόθεσης προκάλεσε σημαντικές εξελίξεις στη ρωσική νομική επικαιρότητα. Το ρωσικό Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι νόμοι περί μετανάστευσης μπορούν νομίμως να θέσουν υπό περιορισμούς την είσοδο και διαμονή στη Ρωσία αλλοδαπών, των οποίων η κατάσταση της υγείας μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία και να αποτελέσει απειλή για τη δημόσια ασφάλεια. Αναγνώρισε, επίσης, τη σύγχρονη ιατρική άποψη ότι ο ιός HIV δεν αποτελεί απειλή για τη δημόσια υγεία, διότι δεν μπορεί να μεταδοθεί απλώς και μόνο με την παρουσία ενός οροθετικού στη χώρα ούτε μόνο μέσω καθημερινής επαφής, αιωρούμενων σωματιδίων, φαγητού ή νερού. Ο σύζυγος της αιτούσας προσέφυγε εκ νέου στα δικαστήρια, όμως το αρμόδιο ρωσικό δικαστήριο έκρινε ότι ελλείψει της διασταυρωμένης ενημέρωσης περί του αν η αιτούσα λαμβάνει αντιρετροϊκή αγωγή, η ίδια τεκμαίρεται ότι αποτελεί απειλή για τον ρωσικό πληθυσμό˙επιπλέον, χαρακτήρισε την αιτούσα ως μη νομοταγή πολίτη, διότι γέννησε το παιδί της στη Ρωσία αφότου η παρουσία της στη Ρωσία είχε κηρυχθεί ανεπιθύμητη. Η έφεση του συζύγου της αιτούσας ευδοκίμησε˙το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ο δικαστής του προηγούμενου βαθμού δεν έλαβε υπόψην του τη θέση του ρωσικού Συνταγματικού Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, κήρυξε τη διάταξη αποκλεισμού παράνομη και απευθύνθηκε στην αρμόδια CPA για να αποκαταστήσει τις βλάβες που προκλήθηκαν στην αιτούσα από την παραβίαση των δικαιωμάτων της. Πράγματι, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Μετανάστευσης εξέδωσε στο όνομα της αιτούσας προσωρινή άδεια παραμονής στη Ρωσία διάρκειας 3 ετών και επιπροσθέτως, όπως υποστήριξε η ρωσική κυβέρνηση, διετάχθη η αφαίρεση του ονόματος της αιτούσας από τη λίστα των ατόμων, στα οποία αρνούνταν η είσοδος στη Ρωσία. Ωστόσο, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι έως και  τις 16 Αυγούστου 2016 δεν είχε ενημερωθεί ότι η διάταξη αποκλεισμού εισόδου της στη Ρωσία είχε ακυρωθεί επίσημα ούτε ότι η βάση δεδομένων της Υπηρεσίας Συνοριακού Ελέγχου είχε ενημερωθεί αναλόγως.

Β. Νομικό πλαίσιο

Α) The HIV Prevention Act (no. 38 – FZ of 30 March 1995), Section 11 (2). Β) Entry and Exit Procedures Act (no. 114 – FZ of 15 August 1996), Sections 25.10 and 27 (7) (7). Γ) Regulations issued by the Consumer Protection Authority, Order no. 336, 14 September 2010. Δ) The Committee of Ministers’ Recommendation Rec(2000)15 concerning Security of residence of long-term migrants, adopted on 13 September 2000, article 1, a), i). Ε) The Parliamentary Assembly Recommendation 1504(2001) on non expulsion of long-term immigrants, articles 1, 8. ΣΤ) ΕΣΔΑ, Άρθρο 8 §§ 1, 2, άρθρο 14.

 Γ. Απόφαση

Η αιτούσα προσέφυγε στο ΕΔΔΑ επικαλούμενη ότι η διάταξη αποκλεισμού εισόδου στη Ρωσία που είχε εκδοθεί εναντίον της το 2012 είχε ως αποτέλεσμα τον αποχωρισμό από την οικογένειά της και, ως εκ τούτου, συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ §§ 1 και 2. Το Δικαστήριο έκανε καταρχήν τυπικά δεκτή την αίτηση˙στον ισχυρισμό της ρωσικής κυβέρνησης ότι η αιτούσα δεν εμπίπτει πια στην έννοια του ‘’θύματος’’ με την έννοια του άρθρου 34 ΕΣΔΑ, αφού τα δικαιώματά της είχαν αποκατασταθεί σε εθνικό επίπεδο απάντησε ότι στην προκειμένη περίπτωση τα αποτελέσματα της επικαλούμενης παραβίασης δεν έχουν αποκατασταθεί επαρκώς˙απέρριψε, επίσης, την ένσταση της ρωσικής κυβέρνησης ότι δεν ήταν η ίδια η αιτούσα, αλλά ο σύζυγός της αυτός που προσέφυγε στα εθνικά δικαστήρια προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση της διάταξης αποκλεισμού της εισόδου στη χώρα, θεωρώντας ότι σε κάθε περίπτωση τα εσωτερικά ένδικα μέσα είχαν εξαντληθεί και, άρα, μπορεί το ίδιο να επιληφθεί της υπόθεσης.

Επί της ουσίας, το Δικαστήριο επανέλαβε ευθύς εξαρχής ότι κάθε Κράτος έχει το δικαίωμα, για θέματα που άπτονται του διεθνούς δικαίου και με βάση την ιδιότητά του ως υποκείμενο των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την αντίστοιχη Σύμβαση, να ασκεί έλεγχο στην είσοδο και την παραμονή αλλοδαπών στο έδαφός του. Σε ό,τι αφορά θέματα μετανάστευσης, το άρθρο 8 ΕΣΔΑ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβάλλει στο Κράτος μία γενική υποχρέωση να σέβεται την επιλογή των παντρεμένων ζευγαριών σχετικά με τη χώρα που θα διαμείνουν και να επιτρέπει την οικογενειακή επανένωση (άνευ κριτηρίων) στο έδαφός του. Ωστόσο, η απομάκρυνση ενός προσώπου από τη χώρα όπου ζει μαζί με μέλη της οικογένειάς του μπορεί να στοιχειοθετήσει παράβαση του δικαιώματος του προσώπου αυτού για τον σεβασμό της οικογενειακής του ζωής, όπως αυτό προστατεύεται από το άρθρο 8 ΕΣΔΑ. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που υπάρχουν παιδιά και αυτά επηρεάζονται άμεσα από την απομάκρυνση του μέλους της οικογένειάς τους, οι αρμόδιες αρχές έχουν καθήκον να λαμβάνουν υπόψη το καλύτερο συμφέρον των παιδιών και να αποφασίζουν με γνώμονα την αποτελεσματικότητα, την αναλογικότητα και την πρακτικότητα της λύσης που θα επιλέξουν να εφαρμόσουν. Επιπλέον, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι το η έννοια της ‘’οικογενειακής ζωής’’ περιλαμβάνει τις σχέσεις που προκύπτουν από έναν νόμιμο και γνήσιο γάμο και ότι τα παιδιά που γεννιούνται εκτός σχέσης αποτελούν ipso iure μέρος της ‘’οικογενειακής’’ ένωσης από τη στιγμή της γέννησής τους και από αυτό το ίδιο το γεγονός της γέννησης τους. Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι πράξεις και οι αποφάσεις των αρμόδιων ρωσικών αρχών είχαν ως συνέπεια να διαταραχθεί η οικογενειακή ζωή της αιτούσας, καθώς δεν μπορούσε μετά την απομάκρυνση της να ζήσει μαζί με τον σύζυγο και τον γιό της, και άρα συνιστούν παρέμβαση στο δικαίωμα της για το σεβασμό της οικογενειακής της ζωής.

Το Δικαστήριο, στηριζόμενο σε δική του νομολογία σε υποθέσεις εναντίον της Ρωσίας, υπογράμμισε ότι το νομικό πλαίσιο και η νομική πρακτική για την έκδοση διατάξεων αποκλεισμού σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο δεν παρέχει επαρκή εχέγγυα προστασίας κατά της αυθαίρετης κρατικής παρέμβασης, διότι οι αρμόδιες δημόσιες αρχές μπορούν να λαμβάνουν τέτοιες αποφάσεις αποκλεισμού χωρίς να τηρείται διαδικασία ακρόασης του αλλοδαπού, τον οποίον αυτές αφορούν, και χωρίς να αιτιολογούν τις αποφάσεις αυτές ή να παραθέτουν τα συγκεκριμένα γεγονότα που καθιστούν ανεπιθύμητη την παρουσία του εν λόγω αλλοδαπού στη Ρωσία. Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα δεν πληροφορήθηκε την έναρξη και την εξέλιξη των διαδικασιών αποκλεισμού της από τη Ρωσία, δεν της δόθηκε με κανέναν τρόπο η ευκαιρία να εκφράσει την άποψή της επ’αυτού, μάλιστα πριν εκδοθεί η διάταξη αποκλεισμού, και δεν έμαθε ποτέ τα γεγονότα και τους λόγους που στήριξαν τη διάταξη αποκλεισμού εναντίον της. Αυτοί οι λανθασμένοι χειρισμοί εκ μέρους των αρμόδιων ρωσικών αρχών ήταν αποτέλεσμα της αυστηρής προσκόλλησης αυτών των τελευταίων στο κανονιστικό πλαίσιο που ορίζει η Οδηγία της CPA. Το Δικαστήριο, συνοψίζοντας το ιστορικό της υπόθεσης και της κατάστασης της υγείας της αιτούσας, υπογράμμισε ότι μια απόφαση, η οποία βασίζεται σε μια προκαθορισμένη κατηγοριοποίηση μίας ολόκληρης ομάδας ευάλωτων ανθρώπων (στην παρούσα υπόθεση, οροθετικών) ως απειλής για τη δημόσια υγεία απλώς και μόνο λόγω της κατάστασης της υγείας τους, χωρίς περαιτέρω αξιολόγηση των ιδιαίτερων καταστάσεων γύρω από τη ζωή του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνη με τις απαιτήσεις της ΕΣΔΑ.

Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο, απαντώντας στον ισχυρισμό της ρωσικής κυβέρνησης ότι η διάταξη αποκλεισμού είχε γνωστοποιηθεί μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην αιτούσα, έκρινε ότι για να αποδειχθεί η γνωστοποίηση δεν αρκεί να αποδειχθεί η αποστολή του μηνύματος, αλλά απαιτείται επιπλέον να αποδειχθεί η παραλαβή του, και μάλιστα με έγγραφο που φέρει την υπογραφή της αιτούσας. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι η μη γνωστοποίηση στην αιτούσα των νομίμων λόγων και των γεγονότων που οδήγησαν στην έκδοση της διάταξης αποκλεισμού της από τη Ρωσία αφενός δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για αυθαίρετη παρέμβαση στο δικαίωμά της για σεβασμό της οικογενειακής της ζωής, αφετέρου της στερεί το δικαίωμα να διεξάγει τις νόμιμες διαδικασίες με αποτελεσματικό τρόπο, καθώς δεν μπορεί να χτίσει την υπεράσπισή της αφού δεν γνωρίζει τις κατηγορίες εναντίον της. Υπάρχει, επομένως, ήδη παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ, και άρα δεν χρειάζεται να διερευνηθεί περαιτέρω η τυχόν νομιμότητα του σκοπού και η αναλογικότητα της § 2 του ιδίου άρθρου. Το Δικαστήριο δεν έκρινε σκόπιμο να εξετάσει και το άρθρο 14 ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 8 ΕΣΔΑ, παρότι δέχτηκε τον ισχυρισμό της αιτούσας ότι υπήρξε θύμα διάκρισης αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της. Επιδίκασε στην αιτούσα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 41 ΕΣΔΑ, το ποσό των 15.000 ευρώ για ικανοποίηση ηθικής βλάβης, καθώς και το ποσό των 500 ευρώ για δικαστικά έξοδα.

Η απόφαση ολόκληρη είναι διαθέσιμη μόνο στα αγγλικά στο site του ΕΔΔΑ hudoc.echr.coe.int

Επιμέλεια: Ελπίδα Τσιάκα





About the Author


Back to Top ↑