full screen background image

Events

29 April 2017 - Summer School on European Business Law, Corfu 2017, 24-28 Ιουλίου Το “Summer School” αποτε ... +++ 3 May 2016 - Εκδηλώσεις Τομέα Διεθνών Σπουδών – Κατεύθυνση Ι.Δ.Δ. ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ Ο Καθηγ ... +++ 30 April 2016 - 9.5.2016: Ημερίδα – Το Πρόσωπο και η Οικογένεια στο Δίκαιο και την Κοινωνία   Το Ελληνικό Τμή ... +++ 30 March 2016 - 14th ICC Miami Conference on International Arbitration This conference provides an indispe ... +++ 29 March 2016 - ICC Japan Arbitration Week The ICC Japan Arbitration week, 26- ... +++ 28 March 2016 - 2nd ICC Asia Conference on International Arbitration The conference will offer a line-up ... +++

-Νομολογία ΙΔΔ

Published on June 18th, 2017 | by Olga Papadopoulou

0

ΔΕΕ C‑54/16, Καν.1346/2000- Άρθ. 4 και 13, Καν.593/2008- Άρθ. 3(3), Δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη

C‑54/16,

Vinyls Italia SpA κατά Mediterranea di Navigazione SpA,

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα), της 8ης Ιουνίου 2017 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Διαδικασίες αφερεγγυότητας – Κανονισμός (ΕΚ) 1346/2000 – Άρθρα 4 και 13 – Επιβλαβείς δικαιοπραξίες για το σύνολο των πιστωτών – Προϋποθέσεις υπό τις οποίες η επίμαχη δικαιοπραξία μπορεί να προσβληθεί – Δικαιοπραξία διεπόμενη από το δίκαιο κράτους μέλους άλλου από το κράτος ενάρξεως – Δικαιοπραξία απρόσβλητη επί τη βάσει του δικαίου αυτού – Κανονισμός (ΕΚ) 593/2008 – Άρθρο 3, παράγραφος 3 – Δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη – Εντοπισμός του συνόλου των σχετικών με την οικεία περίπτωση δεδομένων στο κράτος ενάρξεως – Συνέπειες»

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale di Venezia (Πρωτοδικείο της Βενετίας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Μήπως η “απόδειξη” την οποία το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 επιβάλλει στον ωφεληθέντα από δικαιοπραξία επιβλαβή για το σύνολο των πιστωτών, προκειμένου αυτός να αντιταχθεί στην προσβολή της δικαιοπραξίας σύμφωνα με τις διατάξεις της lex fori concursus, συνεπάγεται την υποχρέωσή του να προβάλει δικονομική ένσταση εν στενή εννοία, εντός των προθεσμιών που δικονομικού δικαίου του επιληφθέντος δικαστηρίου, επικαλούμενος την εξαιρετική διάταξη του κανονισμού και αποδεικνύοντας τη συνδρομή των δύο προϋποθέσεων που απαιτούνται από τη διάταξη αυτή; Ή έχει το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 εφαρμογή όταν ο ενδιαφερόμενος διάδικος ζήτησε την εφαρμογή του κατά τη διάρκεια της δίκης, έστω και καθ’ υπέρβαση των προθεσμιών που ορίζονται από το δικονομικό δίκαιο του επιληφθέντος δικαστηρίου για την προβολή δικονομικών ενστάσεων ή ακόμη και αυτεπαγγέλτως, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος διάδικος έχει αποδείξει ότι η επιβλαβής δικαιοπραξία διέπεται από τη lex causae άλλου κράτους μέλους, του οποίου το δίκαιο δεν προβλέπει εν προκειμένω κανένα μέσο προσβολής της δικαιοπραξίας αυτής;

2)      Μήπως η επίκληση του κατά το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 κανόνα της lex causae, προκειμένου να αποδειχθεί ότι “το δίκαιο αυτό δεν παρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση κανένα μέσο προσβολής της δικαιοπραξίας αυτής”, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος αποδείξεως πρέπει να αποδείξει ότι εν προκειμένω η lex causae δεν προβλέπει, κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, κανένα μέσο προσβολής δικαιοπραξίας, όπως αυτή που στην παρούσα υπόθεση θεωρήθηκε επιβλαβής –δηλαδή η πληρωμή συμβατικής οφειλής– ή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος αποδείξεως πρέπει να αποδείξει ότι, αν η lex causae επιτρέπει την προσβολή μιας τέτοιας δικαιοπραξίας, δεν πληρούνται οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις που απαιτούνται για να μπορέσει εν προκειμένω μια τέτοια προσβολή να τελεσφορήσει και που είναι διαφορετικές από εκείνες της lex fori concursus;

3)      Έχει εφαρμογή το κατά παρέκκλιση καθεστώς που προβλέπεται από το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 –λαμβανομένης υπόψη της ratio του καθεστώτος αυτού που είναι η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των αντισυμβαλλομένων ως προς τη σταθερότητα της δικαιοπραξίας σύμφωνα με τη lex causae–ακόμη και όταν οι συμβαλλόμενοι εδρεύουν στο ίδιο κράτος μέλος, οπότε είναι προβλέψιμο ότι το δίκαιο του κράτους αυτού θα αποτελεί τη lex fori concursus, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ενός εξ αυτών, και οι συμβαλλόμενοι, μέσω συμβατικής ρήτρας ορίζουσας ως εφαρμοστέο το δίκαιο άλλου κράτους μέλους, εξαιρούν την ανάκληση των πράξεων εκτελέσεως της πιο πάνω συμβάσεως από την εφαρμογή των κανόνων της lex fori concursus, από τους οποίους δεν επιτρέπεται παρέκκλιση και οι οποίοι θεσπίστηκαν για την προστασία της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των πιστωτών, και τούτο εις βάρος του συνόλου των πιστωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας;

4)      Πρέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού Ρώμη Ι να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για τους σκοπούς εφαρμογής του κανονισμού αυτού, στις “περιπτώσεις που εμπεριέχουν σύγκρουση νόμων” περιλαμβάνεται η περίπτωση όπου σύμβαση ναυλώσεως συνήφθη σε κράτος μέλος μεταξύ εταιριών που εδρεύουν στο ίδιο κράτος μέλος και περιέχει ρήτρα ορίζουσα ως εφαρμοστέο το δίκαιο άλλου κράτους μέλους;

5)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα, πρέπει το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού Ρώμη Ι, σε συνδυασμό με το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η επιλογή των συμβαλλομένων να υπαγάγουν σύμβαση στο δίκαιο κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο εντοπίζονται “όλα τα άλλα σχετικά με την περίπτωση δεδομένα” δεν θίγει την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου του τελευταίου κράτους μέλους, από τους οποίους δεν επιτρέπεται παρέκκλιση και οι οποίοι έχουν εφαρμογή, ως lex fori concursus, για να είναι δυνατό να προσβληθούν δικαιοπραξίες που πραγματοποιήθηκαν πριν από την κατάσταση αφερεγγυότητας, με αποτέλεσμα να υπερισχύουν της εξαιρετικής διατάξεως του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000;»

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο τύπος και η προθεσμία που πρέπει να τηρήσει ο ωφεληθείς από επιβλαβή για το σύνολο των πιστωτών δικαιοπραξία ώστε να προβάλει ένσταση δυνάμει του άρθρου αυτού, προκειμένου να αντικρούσει αγωγή με αντικείμενο την ανάκληση της δικαιοπραξίας αυτής κατά τις διατάξεις της lexforiconcursus, καθώς και το ζήτημα εάν αυτό το άρθρο μπορεί επίσης να εφαρμοσθεί αυτεπαγγέλτως από το αρμόδιο δικαστήριο, σε ορισμένες περιπτώσεις και μετά την παρέλευση της ταχθείσας στον ενδιαφερόμενο διάδικοπροθεσμίας, διέπονται από το δικονομικό δίκαιο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου εκκρεμεί η διαφορά. Εντούτοις, το δίκαιο αυτό δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκό από το δίκαιο που διέπει παρόμοιες καταστάσεις οι οποίες υπόκεινται στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και να καθιστά πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας), πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει.

2)      Το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος αποδείξεως πρέπει να αποδείξει ότι, οσάκις η lexcausae επιτρέπει την προσβολή δικαιοπραξίας ως επιβλαβούς, οι προϋποθέσεις οι οποίες απαιτούνται προκειμένου να ευδοκιμήσει η ασκηθείσα κατά της δικαιοπραξίας αυτής αγωγή και οι οποίες είναι διαφορετικές από αυτές που προβλέπει η lexforiconcursus δεν πληρούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση.

3)      Μπορεί να γίνει λυσιτελής επίκληση του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000, όταν τα μέρη μιας συμβάσεως, που έχουν την έδρα τους σε ένα και το αυτό κράτος μέλος, στο έδαφος του οποίου εντοπίζονται επίσης όλα τα άλλα σχετικά με την περίπτωση δεδομένα, έχουν επιλέξει ως εφαρμοστέο δίκαιο επί της συμβάσεως αυτής το δίκαιο άλλου κράτους μέλους, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέρη αυτά δεν προέβησαν στην επιλογή του δικαίου αυτού δολίως ή καταχρηστικώς, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει.

Για το πλήρες κείμενο της απόφασης, εδώ…





About the Author


Back to Top ↑