full screen background image

Events

21 September 2017 - October 5 & 6, 2017: ‘International Investment Law & the Law of Armed Conflict’ Colloquium on ‘International Inve ... +++ 21 September 2017 - 5 & 6 Οκτωβρίου 2017: International Investment Law & the Law of Armed Conflict 5 & 6 Οκτωβρίου 2017: ... +++ 29 April 2017 - Summer School on European Business Law, Corfu 2017, 24-28 Ιουλίου Το “Summer School” αποτε ... +++ 3 May 2016 - Εκδηλώσεις Τομέα Διεθνών Σπουδών – Κατεύθυνση Ι.Δ.Δ. ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ Ο Καθηγ ... +++ 30 April 2016 - 9.5.2016: Ημερίδα – Το Πρόσωπο και η Οικογένεια στο Δίκαιο και την Κοινωνία   Το Ελληνικό Τμή ... +++ 30 March 2016 - 14th ICC Miami Conference on International Arbitration This conference provides an indispe ... +++

-Δίκαιο Αλλοδαπών

Published on March 29th, 2018 | by Georgia Archonti

0

Περίληψη: C-490/16 – Προσδιορισμός κράτους μέλους υπεύθυνου για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας – Κανονισμός (ΕΕ) 604/13

Λέξεις – κλειδιά: Προδικαστική παραπομπή – Κανονισμός (ΕΕ) 604/2013 – Προσδιορισμός του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας – Άφιξη εξαιρετικά μεγάλου αριθμού υπηκόων τρίτων χωρών προς αναζήτηση διεθνούς προστασίας – Οργάνωση από τις αρχές κράτους μέλους της διάβασης των συνόρων του με σκοπό τη διέλευση προς άλλο κράτος μέλος – Είσοδος επιτραπείσα κατά παρέκκλιση για ανθρωπιστικούς λόγους – Άρθρο 13 – Παράνομη διάβαση εξωτερικών συνόρων – Προθεσμία δώδεκα μηνών από την ημερομηνία της διαβάσεως των συνόρων – Άρθρο 27 – Μέσο ένδικης προστασίας – Έκταση του δικαστικού ελέγχου – Άρθρο 29 – Προθεσμία έξι μηνών για την εκτέλεση της μεταφοράς – Υπολογισμός των προθεσμιών – Άσκηση ενδίκου βοηθήματος – Ανασταλτικό αποτέλεσμα

Αριθμός απόφασης: C-490/16

 Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης

 Επιμέλεια: Γεωργία Αρχοντή

 Α. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

 Ο A.S., προερχόμενος από τη Συρία, μεταφέρεται από τις κροατικές αρχές στα σύνορα της Σλοβενίας, της οποίας οι αρχές τον παρέδωσαν στην Αυστρία, χώρα όπου του απαγορεύτηκε η είσοδος. Έπειτα, ο Α.S. υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στη Σλοβενία, η οποία ζήτησε από το κράτος της Σλοβενίας να τον αναδεχθεί βάσει του άρθρου 21 του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, αίτημα που έγινε δεκτό. Εν συνεχεία, με απόφαση του το Υπουργείο Εσωτερικών αποφάσισε να μην εξετάσει την ως άνω αίτηση καθώς θεώρησε ότι ο αιτών έπρεπε να μεταφερθεί στην Κροατία η οποία ήταν το υπεύθυνο κράτος μέλος για την εξέταση της εν λόγω αιτήσεως. Κατά της ως άνω απόφασης ο Α.S. άσκησε προσφυγή, την οποία το διοικητικό πρωτοδικείο απέρριψε αναστέλλοντας παράλληλα την εκτέλεση της απόφασης του Υπουργείου Εσωτερικών μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η διαφορά της κύριας δίκης. Ο A.S. άσκησε αναίρεση και στο πλαίσιο της δίκης αυτής το Ανώτατο Δικαστήριο υπέβαλε τα εξής ερωτήματα: 1) Κατά πόσον το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ έχει την έννοια ότι ο αιτών διεθνή προστασίας μπορεί να προβάλει, στο πλαίσιο προσφυγής ασκούμενης κατά αποφάσεως περί μεταφοράς του, εσφαλμένη εφαρμογή του κριτηρίου ευθύνης σχετικά με την παράνομη διάβαση των συνόρων κράτους μέλους, το οποίο ορίζει το άρθρο 13, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, 2) κατά πόσον το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, σε συνδυασμό, ενδεχομένως, με τις διατάξεις του κανονισμού 562/2006, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 610/2013, και με τις διατάξεις της οδηγίας 2008/115, έχει την έννοια ότι υπήκοος τρίτης χώρας του οποίου η είσοδος έγινε ανεκτή από τις αρχές ενός πρώτου κράτους μέλους, που αντιμετώπισαν την άφιξη εξαιρετικά μεγάλου αριθμού υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι ζητούσαν να διέλθουν από το κράτος μέλος αυτό προκειμένου να υποβάλουν αίτηση διεθνούς προστασίας σε άλλο κράτος μέλος, χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις εισόδου που καταρχήν απαιτούνταν στο πρώτο αυτό κράτος μέλος, πρέπει να θεωρηθεί ότι «διέβη παρανόμως» τα σύνορα του εν λόγω πρώτου κράτους μέλους κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, και 3) κατά πόσον, το άρθρο 13, παράγραφος 1, και το άρθρο 29, παράγραφος 2, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ έχουν την έννοια ότι οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις αυτές προθεσμίες εξακολουθούν να τρέχουν μετά την άσκηση προσφυγής κατά της αποφάσεως περί μεταφοράς, ακόμα και όταν το επιληφθέν της προσφυγής δικαιοδοτικό όργανο έχει αποφασίσει να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

Β. Το νομικό πλαίσιο

 Κανονισμός (ΕΕ) 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα

 Γ. Η απόφαση του δικαστηρίου

Εξετάζοντας το πρώτο ερώτημα, το Δικαστήριο αξιοποίησε το άρθρο 27, παράγραφος 1 του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, σύμφωνα με το οποίο ο αιτών διεθνή προστασία έχει το δικαίωμα άσκησης πραγματικής προσφυγής κατά αποφάσεως περί μεταφοράς, με τη μορφή ενδίκου βοηθήματος ή επανεξετάσεως, ενώπιον δικαστηρίου τόσο για πραγματικά όσο και για νομικά στοιχεία. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση του Δικαστηρίου Ghezelbash, όπου κρίθηκε ότι ο αιτών μπορεί να προβάλει εσφαλμένη εφαρμογή ενός κριτηρίου περί ευθύνης για την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας. Εν προκειμένω, το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος αναγνώρισε ήδη ότι ήταν υπεύθυνο για την εξέταση της επίμαχης αίτησης διεθνούς προστασίας δε μπορεί να αποκλείσει τον δικαστικό έλεγχο της απόφασης περί μεταφοράς και ειδικότερα την εφαρμογή των κριτηρίων του κεφαλαίου ΙΙΙ του κανονισμού Δουβλίνου ΙΙΙ, διότι το άρθρο 27, παράγραφος 1, θα έχανε ουσιαστικά την πρακτική του αποτελεσματικότητα.

Ως προς το δεύτερο ερώτημα, το Δικαστήριο έκρινε ότι σε περίπτωση που υπήκοος τρίτης χώρας που έγινε δεκτός στην επικράτεια κράτους μέλους, χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις εισόδου που καταρχήν απαιτούνταν στο κράτος μέλος, ενόψει διέλευσης σε άλλο κράτος μέλος ώστε να υποβάλει εκεί αίτηση διεθνούς προστασίας, πρέπει να θεωρείται ότι «διέβη παρανόμως» τα σύνορα του κράτους, όπως το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ προβλέπει. Ειδικότερα, δε μπορεί να ασκήσει επίδραση το γεγονός ότι η διάβαση των συνόρων πραγματοποιήθηκε ενόψει της άφιξης εξαιρετικά μεγάλου αριθμού υπηκόων τρίτων χωρών που είχαν αιτηθεί διεθνούς προστασίας, καθώς και αν η διάβαση έγινε ανεκτή ή επετράπη κατά παραβίαση των εφαρμοστέων κανόνων ή για ανθρωπιστικούς λόγους, κατά παρέκκλιση των προϋποθέσεων εισόδου που καταρχήν επιβάλλονται.

Αναφορικά με το τρίτο ερώτημα, το Δικαστήριο κλήθηκε να αναλύσει την έκταση των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 13, παράγραφος 1 και 29, παράγραφος 2. Μολονότι και τα δύο άρθρα αποσκοπούν στον χρονικό περιορισμό της ευθύνης ενός κράτους μέλους, εφαρμόζονται κατά τη διάρκεια δύο διαφορετικών σταδίων της διαδικασίας που καθιερώνει ο κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ. Συγκεκριμένα, η προθεσμία του άρθρου 13, παράγραφος 1, αφορά την ευθύνη κράτους μέλους που βασίζεται στο κριτήριο της παράνομης διαβάσεως, και ως εκ τούτου, πρέπει να τηρείται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους. Σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 2, που προβλέπει ότι ο προσδιορισμός πραγματοποιείται βάσει της υφιστάμενης κατάστασης κατά την υποβολή, για πρώτη φορά, της αίτησης διεθνούς προστασίας, προκύπτει ότι το κράτος μέλος τα εξωτερικά σύνορα του οποίου έχει διεβή παρανόμως υπήκοος τρίτης χώρας, δε μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο, ένα η προβλεπόμενη προθεσμία των δώδεκα μηνών μετά την παράνομη διάβαση έχει ήδη εκπνεύσει κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας. Κατά συνέπεια, η άσκηση προσφυγής κατά αποφάσεως περί μεταφοράς, η οποία θα είναι σε κάθε περίπτωση μεταγενέστερη της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, δεν μπορεί να έχει ουδεμία επίπτωση στην κρίσιμη προθεσμία του άρθρου 13.

Αντίθετα, το άρθρο 29, παράγραφος 2, αφορά την εκτέλεση της απόφασης περί μεταφοράς και εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που έχει καταρχήν διαπιστωθεί η ανάγκη μεταφοράς. Ειδικότερα, λόγω έλλειψης ειδικής πρόβλεψης, προκύπτει ότι η εν λόγω διάταξη, ρυθμίζει αποκλειστικώς τις συνέπειες που επέρχονται από την εκπνοή της προθεσμίας για την εκτέλεση της μεταφοράς. Λαμβάνοντας βέβαια υπόψη το ενδεχόμενο υποβολής προσφυγής, προβλέπεται ότι η προθεσμία των έξι μηνών για την εκτέλεση αρχίζει από την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί του ένδικου βοηθήματος ή της επανεξετάσεως και εφόσον, όπως προβλέπει το άρθρο 27, παράγραφος 3, έχει χορηγηθεί αναστολή. Συνεπώς, η άσκηση προσφυγής με ανασταλτικό αποτέλεσμα, όπως και η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, συνεπάγεται ότι η προθεσμία προκειμένου να εκτελεστεί η μεταφορά θα εκπνεύσει έξι μήνες αφότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της προσφυγής.

Για το πλήρες κείμενο της απόφασης εδώ

 

 

 

 

 





About the Author


Back to Top ↑