full screen background image

Events

21 September 2017 - October 5 & 6, 2017: ‘International Investment Law & the Law of Armed Conflict’ Colloquium on ‘International Inve ... +++ 21 September 2017 - 5 & 6 Οκτωβρίου 2017: International Investment Law & the Law of Armed Conflict 5 & 6 Οκτωβρίου 2017: ... +++ 29 April 2017 - Summer School on European Business Law, Corfu 2017, 24-28 Ιουλίου Το “Summer School” αποτε ... +++ 3 May 2016 - Εκδηλώσεις Τομέα Διεθνών Σπουδών – Κατεύθυνση Ι.Δ.Δ. ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ Ο Καθηγ ... +++ 30 April 2016 - 9.5.2016: Ημερίδα – Το Πρόσωπο και η Οικογένεια στο Δίκαιο και την Κοινωνία   Το Ελληνικό Τμή ... +++ 30 March 2016 - 14th ICC Miami Conference on International Arbitration This conference provides an indispe ... +++

-Δίκαιο Αλλοδαπών

Published on June 15th, 2018 | by Georgia Archonti

0

Περίληψη: C-184/16 – Νομιμότητα αποφάσεως περί απομακρύνσεως από την εθνική επικράτεια – Οδηγία 2004/38/ΕΚ

Λέξεις – κλειδιά: Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2004/38/ΕΚ – Οδηγία 2008/115/ΕΚ – Δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και ελεύθερης διαμονής εντός των κρατών μελών – Διαμονή υπηκόου κράτους μέλους εντός άλλου κράτους μέλους παρά την ύπαρξη απαγορεύσεως εισόδου στο δεύτερο αυτό κράτος – Νομιμότητα αποφάσεως ανακλήσεως της βεβαιώσεως εγγραφής και δεύτερης αποφάσεως περί απομακρύνσεως από την εθνική επικράτεια – Δυνατότητα επικλήσεως, κατ’ εξαίρεση, της ελλείψεως νομιμότητας προγενέστερης αποφάσεως – Υποχρέωση μεταφράσεως

 Αριθμός απόφασης: C-184/16

 Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης

 Επιμέλεια: Γεωργία Αρχοντή

 Α. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

 Ο O. -M. Petrea, Ρουμάνος υπήκοος, έχει καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, και για τον λόγο αυτό οι αρμόδιες εθνικές αρχές διέταξαν την επιστροφή του στη Ρουμανία, καθώς αποτελούσε σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια και καταχώρισαν το όνομα του στον εθνικό κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών και στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν. Το 2013, επέστρεψε στην Ελλάδα όπου και υπέβαλε αίτηση για χορήγηση βεβαιώσεως εγγραφής του ως πολίτη της Ένωσης. Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές ανακάλεσαν την παραπάνω βεβαίωση και διέταξαν την επιστροφή του στη Ρουμανία καθώς εξακολουθούσε να ισχύει η απαγόρευση εισόδου. Ο αιτών άσκησε διοικητική προσφυγή κατά της ως άνω αποφάσεως, επικαλούμενος σφάλματα κατά τη διαδικασία της κοινοποίησης και το γεγονός ότι δεν αποτελούσε πλέον κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια. Η προσφυγή απορρίφθηκε και κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αίτηση ακυρώσεως. Στο πλαίσιο της ως άνω δίκης, το αιτόν δικαστήριο υποβάλει τα ακόλουθα ερωτήματα: α) αν η οδηγία 2004/38, ειδικότερα δε τα άρθρα της 27 και 32, και η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης αντιτίθενται στην εκ μέρους κράτους μέλους ανάκληση βεβαιώσεως εγγραφής που κακώς είχε χορηγηθεί σε πολίτη της Ένωσης σε βάρος του οποίου εξακολουθούσε να ισχύει απόφαση απαγορεύσεως εισόδου στην εθνική επικράτεια, καθώς και στη λήψη αποφάσεως περί απομακρύνσεως του πολίτη αυτού από το εν λόγω κράτος μέλος στηριζόμενης αποκλειστικώς στη διαπίστωση ότι το μέτρο απαγορεύσεως εισόδου στην εθνική επικράτεια εξακολουθεί να ισχύει, β) αν το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται στο ενδεχόμενο απόφαση επιστροφής πολίτη της Ένωσης, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, να εκδίδεται από τις ίδιες αρχές και κατά την ίδια διαδικασία που ισχύει για απόφαση επιστροφής παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115, γ) αν αντιβαίνει στην αρχή της αποτελεσματικότητας νομολογιακή πρακτική μη επιτρέπουσα σε υπήκοο κράτους μέλους σε βάρους του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση επιστροφής σε περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης να προβάλει, προς στήριξη ενδίκου βοηθήματος κατά της αποφάσεως αυτής, έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως απαγορεύσεως εισόδου στην εθνική επικράτεια η οποία είχε εκδοθεί προγενέστερα σε βάρος του και δ) αν το άρθρο 30 της οδηγίας 2004/38 επιτάσσει η απόφαση που εκδίδεται βάσει του άρθρου 27, παράγραφος 1, της οδηγίας να κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο σε γλώσσα την οποία αυτός κατανοεί, μολονότι δεν είχε υποβάλει σχετικό αίτημα.

Β. Το νομικό πλαίσιο

 Οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών και οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2008, L 348, σ. 98), καθώς και των αρχών της αποτελεσματικότητας και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

 Γ. Η απόφαση του δικαστηρίου

 Ως προς το πρώτο ερώτημα, το Δικαστήριο διευκρίνισε, αρχικά, ότι το δικαίωμα των υπηκόων κράτους μέλους να εισέρχονται σε άλλο κράτος μέλος και να διαμένουν εντός αυτού αποτελεί δικαίωμα που παρέχεται ευθέως από το ενωσιακό δίκαιο. Ο ως άνω αναγνωριστικός χαρακτήρας προσδίδεται και στη βεβαίωση εγγραφής, που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/38. Ωστόσο, η χορήγηση του εγγράφου αυτού δεν μπορεί καθεαυτή να αποτελεί έρεισμα της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του ενδιαφερόμενου αναφορικά με το δικαίωμα διαμονής εντός του οικείου κράτους μέλους. Επιπλέον, με το άρθρο 27, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38, προβλέπεται μεταξύ άλλων ότι η προσωπική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας, ενώ το άρθρο 28, παράγραφος 1, ορίζει ότι τα κρίσιμα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι αρμόδιες αρχές πριν εκδώσουν απόφαση απελάσεως για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας. Παρόλο που η ως άνω οδηγία δεν προβλέπει ρύθμιση στην περίπτωση που πρόσωπο σε βάρος του οποίου ισχύει απαγόρευση εισόδου επιστρέψει στο οικείο κράτος μέλος, από το σύνολο των διατάξεων προκύπτει ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν εξουσίες προκειμένου να διασφαλίσουν την τήρηση της αποφάσεως. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 32, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2004/38, ιδρύεται δικαίωμα άρσης της απαγορεύσεως εισόδου, ωστόσο, επισημαίνεται ότι μέχρι την εξέταση της αίτησης δεν είναι δυνατή η είσοδος στο οικείο κράτος μέλος. Επομένως, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ανακαλέσουν βεβαίωση εγγραφής που κακώς χορηγήθηκε καθώς και να στηρίξουν απόφαση περί απομακρύνσεως αποκλειστικά στο γεγονός ότι εξακολουθούσε να ισχύει η απαγόρευση εισόδου.

Ως προς το δεύτερο ερώτημα, πρέπει να επισημανθεί ότι, ελλείψει ειδικής ρύθμισης, ο καθορισμός των αρμόδιων αρχών για τη λήψη μέτρων σχετιζόμενων με την οδηγία 2004/38 εμπίπτει στη διαδικαστική αυτονομία των κρατών μελών. Εν προκειμένω, το εθνικό δίκαιο στην υπό κρίση υπόθεση προβλέπει επιφύλαξη, με σκοπό την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 2004/38 στην εθνική έννομη τάξη, ως ευνοϊκότερα. Κατ’ επέκταση, οι οδηγίες 2004/38 και 2008/15 δεν αντιτίθενται στο ενδεχόμενο απόφαση επιστροφής πολίτη της Ένωσης, να εκδίδεται από τις ίδιες αρχές και κατά την ίδια διαδικασία με εκείνη που ισχύει για την απόφαση επιστροφής παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας.

Αναφορικά με το τρίτο ερώτημα, το Δικαστήριο αναφέρθηκε σε πάγια νομολογία του, σύμφωνα με την οποία, ελλείψει ειδικής ρύθμισης, εναπόκειται στα κράτη μέλη ο ορισμός των δικονομικών κανόνων για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων που αντλούν οι πολίτες από το δίκαιο της Ένωσης. Επίσης, ο καθορισμός εύλογων προθεσμιών για την άσκηση τους είναι συμβατός με το δίκαιο της Ένωσης, έχοντας ως γνώμονα την ασφάλεια δικαίου. Εν προκειμένω, προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος είχε τη δυνατότητα να προσβάλλει εγκαίρως την αρχική απόφαση περί απαγορεύσεως εισόδου, καθώς είχε συμμορφωθεί στο περιεχόμενο της, έλαβε πληροφοριακό δελτίο για τα δικαιώματα και τα ένδικα βοηθήματα στη διάθεση του και στη συνέχεια κατέθεσε δήλωση παραίτησης από κάθε ένδικο βοήθημα ή μέσο κατά της παραπάνω απόφασης.

Τέλος, όσον αφορά το τέταρτο ερώτημα, με βάση το άρθρο 30, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, προβλέπεται η έγγραφη κοινοποίηση της απόφασης του άρθρου 27, παράγραφος 1, κατά τρόπο που να επιτρέπει την κατανόηση του περιεχομένου και των συνεπειών της απόφασης, ενώ το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115, προβλέπει τη δυνατότητα, κατόπιν αίτησης, μετάφρασης των βασικών σημείων της απόφασης περί επιστροφής. Συνεπώς, δεν προβλέπεται υποχρέωση κοινοποίησης της απόφασης σε γλώσσα που ο ενδιαφερόμενος κατανοεί.

Για το πλήρες κείμενο της απόφασης εδώ

 

 





About the Author


Back to Top ↑