full screen background image

Events

21 September 2017 - October 5 & 6, 2017: ‘International Investment Law & the Law of Armed Conflict’ Colloquium on ‘International Inve ... +++ 21 September 2017 - 5 & 6 Οκτωβρίου 2017: International Investment Law & the Law of Armed Conflict 5 & 6 Οκτωβρίου 2017: ... +++ 29 April 2017 - Summer School on European Business Law, Corfu 2017, 24-28 Ιουλίου Το “Summer School” αποτε ... +++ 3 May 2016 - Εκδηλώσεις Τομέα Διεθνών Σπουδών – Κατεύθυνση Ι.Δ.Δ. ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ Ο Καθηγ ... +++ 30 April 2016 - 9.5.2016: Ημερίδα – Το Πρόσωπο και η Οικογένεια στο Δίκαιο και την Κοινωνία   Το Ελληνικό Τμή ... +++ 30 March 2016 - 14th ICC Miami Conference on International Arbitration This conference provides an indispe ... +++

-Νομολογία ΙΔΔ

Published on October 18th, 2018 | by Dimitris Verros

0

ΠΕΡΙΛΗΨΗ: ΑΠ 1117/2015: Ένδικη διαφορά σχετικά με το μετασυμβατικό καθορισμό εφαρμοστέου δικαίου.

Λέξεις κλειδιά: Μετασυμβατικός καθορισμός εφαρμοστέου δικαίου – Αδικοπρακτική ευθύνη – Αξιώσεις από τη σύμβαση – Πώληση ζώων -.

Άρειος Πάγος:

Α} Η επίδικη διαφορά

Η ενάγουσα-αναρεσείουσα, Ομόρρυθμη Εταιρεία “Π. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ” είχε συνάψει με την εναγομένη-αναιρεσίβλητη, “V. L. BV”, που εδρεύει στην Ολλανδία, την από 24.01.1999 σύμβαση πώλησης, δυνάμει της οποίας η τελευταία πώλησε και παρέδωσε στην πρώτη 36 αγελάδες γαλακτοπαραγωγής, αντί συνολικού τιμήματος 20.880.000 δραχμών. Μία εκ των αγελάδων αυτών ήταν ήδη από το χρόνο της παραδόσεώς της φορέας του ιού BVD (ιογενής διάρροια βοοειδών),ο οποίος μεταδόθηκε σε όλα τα ζώα της μονάδος, με συνέπεια την εκ της αιτίας ταύτης απώλεια 144 αγελάδων και 121 μοσχαριών, την μείωση της γαλακτοπαραγωγής και την υποβολή της σε δαπάνες προς αγορά σχετικών φαρμάκων και εμβολίων.

Η αρχικώς ασκηθείσα αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αυλωναρίου, παραπέμφθηκε με την υπ’ αριθμ. 1/2005 απόφαση αυτού στο καθ’ ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος, το οποίο με την υπ’ αριθμ. 126/2006 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της. Η έφεση που ασκήθηκε κατά της ανωτέρω αποφάσεως απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη με την υπ’ αριθμ. 30/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία όμως αναιρέθηκε με την υπ’ αριθμ. 1028/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε αρχικώς μεν την υπ’ αριθμ. 120/2012 απόφασή του, με την οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να προσκομισθεί η περί πωλήσεως και συρροής ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης ολλανδική νομοθεσία, εν συνεχεία δε την εν προκειμένω προσβαλλομένη απόφασή του με την οποία απέρριψε την αγωγή κατά μεν την εκ συμβάσεως βάση της, λόγω παραδοχής της περί παραγραφής των αντιστοίχων αξιώσεων ενστάσεως της εναγομένης, κατά δε την εξ αδικοπραξίας τοιαύτη ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.

Β} Το νομικό πλαίσιο

Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2 της Συμβάσεως της Ρώμης του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, που αποτελεί εσωτερικό δίκαιο από 1-4-1991 (ν. 1792/1988) και επικρατεί του άρθρου 25 του Α.Κ., σύμφωνα με την παρ. 1 του οποίου: “Η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη. Η επιλογή αυτή πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται με βεβαιότητα από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης…”, ενώ κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου: “Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν οποτεδήποτε την υπαγωγή της σύμβασης τους σε δίκαιο άλλο από εκείνο που, σύμφωνα είτε με προηγούμενη επιλογή κατά το παρόν άρθρο, είτε με άλλες διατάξεις της παρούσας σύμβασης τη διείπε προηγουμένως. Κάθε σχετική με τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου τροποποίηση μετά τη σύναψη της σύμβασης δεν θίγει το κατά το άρθρο 9 τυπικό κύρος της, ούτε τα δικαιώματα των τρίτων”.

Γ} Η απόφαση του Αρείου Πάγου

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου απέρριψε την αίτηση της αναιρεσείουσας ως εξής:

i) Σχετικά με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσήψε στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων της Συμβάσεως της Ρώμης του 1980 για το εφαρμοστέο στις συμβατικές ενοχές δίκαιο, δέχθηκε ως εφαρμοστέο επί των εκ της συμβάσεως ενδίκων αξιώσεων της το ολλανδικό δίκαιο, κατ’ εφαρμογήν του οποίου έκρινε αυτές ως παραγεγραμμένες, ενώ υπήρχε μετασυμβατικός καθορισμός του ελληνικού δικαίου ως εφαρμοστέου επί των συγκεκριμένων αξιώσεων, συναγόμενος σιωπηρώς, από την παράλειψη της αναιρεσίβλητης κατά την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αυλωναρίου πρώτη συζήτηση της αγωγής, να εναντιωθεί στην εφαρμογή του ελληνικού δικαίου· o Άρειος Πάγος τον απέρριψε προεχόντως ως αλυσιτελή, αφού και υπό την εκδοχή ότι επί των επιδίκων συμβατικών αξιώσεων, τυγχάνει εφαρμογής, λόγω σιωπηρής μετασυμβατικής συμφωνίας των διαδίκων, το ελληνικό δίκαιο, οι εν λόγω αξιώσεως έχουν και πάλι υποκύψει στην παραγραφή του άρθρου 554 Α.Κ., ενώ σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος διότι, υπό το προεκτεθέν συναφές περιεχόμενο της αιτήσεως, δεν υφίσταται σιωπηρά συμφωνία των διαδίκων περί μετασυμβατικού καθορισμού ως εφαρμοστέου του ελληνικού δικαίου, αφού εξ ουδενός στοιχείου συνάγεται βούληση της αναιρεσίβλητης όπως θεωρηθεί εφαρμοστέο το δίκαιο αυτό.

ii) Σχετικά με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσείουσα απέδωσε πλημμέλειες στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, ο Άρειος Πάγος απεφάνθη, απορρίπτοντας και αυτό το λόγο, πως το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919, Α.Κ., δεν στέρησε δε την απόφαση της νόμιμης βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις και ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

iii) Τέλος, σχετικά με το τρίτο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσήψε στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.11γ Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύοντα την βασιμότητα της εξ αδικοπραξίας αξιώσεώς της αναιρεσείουσας, ο Άρειος Πάγος απέρριψε και τον τελευταίο αυτό λόγο ως αβάσιμο, διότι αποφάσισε από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, κατόπιν συνεκτιμήσεως, μετά των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και των ενόρκων βεβαιώσεων, και όλων των νομοτύπως μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντων παρά των διαδίκων εγγράφων, και ιδιαιτέρως από τις σκέψεις και παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προς απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν κατέλειπε αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα έγγραφα.

Επιμέλεια: Δημήτριος Βέρρος





About the Author


Back to Top ↑