full screen background image

Events

21 September 2017 - October 5 & 6, 2017: ‘International Investment Law & the Law of Armed Conflict’ Colloquium on ‘International Inve ... +++ 21 September 2017 - 5 & 6 Οκτωβρίου 2017: International Investment Law & the Law of Armed Conflict 5 & 6 Οκτωβρίου 2017: ... +++ 29 April 2017 - Summer School on European Business Law, Corfu 2017, 24-28 Ιουλίου Το “Summer School” αποτε ... +++ 3 May 2016 - Εκδηλώσεις Τομέα Διεθνών Σπουδών – Κατεύθυνση Ι.Δ.Δ. ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ Ο Καθηγ ... +++ 30 April 2016 - 9.5.2016: Ημερίδα – Το Πρόσωπο και η Οικογένεια στο Δίκαιο και την Κοινωνία   Το Ελληνικό Τμή ... +++ 30 March 2016 - 14th ICC Miami Conference on International Arbitration This conference provides an indispe ... +++

-Δίκαιο Αλλοδαπών

Published on October 19th, 2018 | by Georgia Archonti

0

Κοινή δήλωση ΕΕ – Τουρκίας : πρόσφατες εξελίξεις και κριτική αποτίμηση

Ένα από τα ζητήματα που εξακολουθεί να απασχολεί σύσσωμο τον ευρωπαϊκό χώρο δεν είναι άλλο από αυτό της αντιμετώπισης των προσφυγικών ροών. Η κατάρτιση της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Τουρκίας επηρέασε καταλυτικά τον τρόπο διαχείρισης των προσφύγων και μεταναστών.

Σκοπός της συνεργασίας ήταν η χάραξη μίας νέας κατεύθυνσης ενάντια στην προσφυγική κρίση και στο φαινόμενο του λαθρεμπορίου μεταναστών. Στόχος της κοινής δήλωσης που δημοσιεύτηκε στις 18 Μαρτίου 2016 (Δελτίο Τύπου Νο 144/16) ήταν η προώθηση όσων εισέρχονται χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις στα ελληνικά νησιά διασχίζοντας την Τουρκία εκ νέου στο έδαφος αυτής. Ομοίως, προώθηση στο έδαφος της Τουρκίας θα γινόταν και σε περίπτωση μη υποβολής αίτησης για τη χορήγηση ασύλου ή απόρριψης της αίτησης ως απαράδεκτης. Με τον τρόπο αυτό διαφυλάσσονται οι διεθνείς δεσμεύσεις της κάθε χώρας και ο σεβασμός στην αρχή της μη – επαναπροώθησης (nonrefoulement). Η ως άνω πολιτική θεωρήθηκε ως ένα προσωρινό μέτρο, απαραίτητο για την καταπολέμηση της προσφυγικής κρίσης. Τέλος, για κάθε Σύριο υπήκοο που θα επέστρεφε στο έδαφος της Τουρκίας από τα ελληνικά νησιά, ένας άλλος Σύριος θα μετακινούνταν σε κράτος της ΕE.

Η συμφωνία αποτέλεσε αντικείμενο ποικίλων αντιδράσεων και κατέληξε να απασχολήσει και τα ευρωπαϊκά δικαστήρια. Συγκεκριμένα, δύο Πακιστανοί και ένας Αφγανός προσέφυγαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (T-192/16, 193/16 και 257/16) αμφισβητώντας τη νομιμότητα της Συμφωνίας ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Τουρκία. Ισχυρίστηκαν ότι αντιμετωπίζουν σοβαρό κίνδυνο διώξεων σε περίπτωση που επέστρεφαν στις χώρες προέλευσης τους, κίνδυνος που θα αυξάνονταν σε περίπτωση που οι αιτήσεις τους για άσυλο απορρίπτονταν και επαναπροωθούνταν στην Τουρκία. Επιπλέον υποστήριξαν πως η δήλωση ΕΕ – Τουρκίας αποτελεί συμφωνία συναφθείσα ανάμεσα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, εκπροσωπώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση, και την Τουρκία, παραβιάζοντας ωστόσο τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με διάταξη του, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι είναι αναρμόδιο να κρίνει αναφορικά με την ύπαρξη της ως άνω παραβίασης. Ειδικότερα, έκρινε ότι υπήρχαν ανακρίβειες στο κείμενο της δήλωσης, οι οποίες και δημιούργησαν σύγχυση ως προς την ταυτότητα των συντακτών, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε ουδεμία συμμετοχή εκ μέρους κάποιου οργάνου της ΕΕ στη σύναψη της συμφωνίας. Εντούτοις, στην περίπτωση εκείνη που γίνει δεκτό ότι στη συνάντηση της 18ης Μαρτίου 2016 καταρτίσθηκε συμφωνία, τα συμβαλλόμενα μέρη θα ήταν οι αρχηγοί των κρατών μελών και ο πρωθυπουργός της Τουρκίας.

Κατά της ως άνω διάταξης ασκήθηκε αναίρεση (C-208/17 P, 209/17 P, 210/17 P), η οποία δεν έγινε δεκτή, καθώς κατά την κρίση του ΔΕΕ, οι αναιρεσείοντες δεν παρέθεσαν τα απαραίτητα στοιχεία που να αποδεικνύουν πλημμέλειες ως προς την ερμηνεία που ακολούθησε το Γενικό Δικαστήριο.

Οι ανωτέρω αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου έρχονται να προστεθούν στο μακρύ κατάλογο μιας σειράς επικρίσεων τόσο ως προς του εμπνευστές της κοινής δήλωσης όσο και ως προς το περιεχόμενο αυτής.

Καίριο ζήτημα φαίνεται αρχικά να αναδεικνύεται εκείνο της νομικής φύσης της δήλωσης, και ειδικότερα αν αποτελεί διεθνή συμφωνία ή  μία δήλωση με μη δεσμευτικό χαρακτήρα. Παρόλο που όλα τα εμπλεκόμενα όργανα της ΕΕ υπεραμύνθηκαν της θέσης τους ότι δεν αποτελέσαν συμβαλλόμενο μέρος στο κείμενο που καταρτίστηκε, πολλοί είναι εκείνοι που αμφισβητούν την εκδοχή αυτή. Μία τέτοια άποψη φαίνεται να ενισχύεται και από την αδιαμφισβήτητη ανάμειξη της ΕΕ μέσω των νόμιμων αρμοδιοτήτων της, καθώς και της παροχής οικονομικής βοήθειας καθ’όλη την εξέλιξη του εν λόγω εγχειρήματος. Επιπλέον, μία τέτοια είδους αποποίηση της ευθύνης εγείρει σοβαρές ανησυχίες ως προς την τήρηση της δημοκρατικής αρχής, έννοιας θεμελιώδους για κάθε όργανο της ΕΕ, ενώ παράλληλα δημιουργεί μία νέα νομική πραγματικότητα, με την εμφάνιση κειμένων – δηλώσεων πολιτικού χαρακτήρα που θεσπίζουν, ωστόσο, νομικές υποχρεώσεις οι οποίες οδηγούν στην περιστολή θεμελιωδών δικαιωμάτων, καθώς παραγνωρίζουν την τήρηση διεθνών συνθηκών.

Επιπροσθέτως, η αποτίμηση της συμφωνίας σε πρακτικό επίπεδο είναι ενδεικτική της αποτυχίας διαχείρισης των προσφυγικών ροών. Κρίσιμο στοιχείο αποτελεί η αναγνώριση της Τουρκίας, μέσω της συμφωνίας, ως «ασφαλούς τρίτης χώρας». Ο χαρακτηρισμός αυτός έχει αποτελέσει αντικείμενο οξύτατης κριτικής λόγω του πλήθους των περιστατικών που έχουν καταγγελθεί και αφορούν στην ύπαρξη επαναπροωθήσεων, παρόλο που η Τουρκία αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη της Γενεύης του 1951, στις κακές συνθήκες διαβίωσης, στην επιβολή κράτησης, στην απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση των αιτούντων άσυλο κ.λπ.

Ένα ακόμη δεδομένο που έχει δυσχεράνει την αντιμετώπιση του προσφυγικού ζητήματος αποτέλεσε η υποχρέωση που ανέλαβαν οι ελληνικές αρχές να επιβάλουν γεωγραφικούς περιορισμούς. Συγκεκριμένα, προκειμένου να διευκολύνει την ταχεία διεκπεραίωση των διαδικασιών και την επιστροφή των αιτούντων στην Τουρκία, η ελληνική κυβέρνηση επέβαλε τον περιορισμό τους σε κέντρα υποδοχής στα νησιά, όπου η συνεχής άφιξη προσφύγων δημιούργησε φαινόμενα συνωστισμού και διαβίωσης υπό άθλιες συνθήκες. Χαρακτηριστικό είναι ότι με την εφαρμογή της συμφωνίας οι αιτήσεις για άσυλο αυξήθηκαν κατά 287,2% σε σχέση με το 2015.

Η εξακολούθηση των δυσμενών συνθηκών διαβίωσης και μετακίνησης στα ελληνικά νησιά σε συνδυασμό με την αύξηση φαινομένων, όπως το λαθρεμπόριο μεταναστών και η εμπορία ανθρώπων πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη και να δρομολογήσουν την υιοθέτηση νέων πολιτικών αναφορικά με τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης. Παράλληλα, η αντιμετώπιση του επίμαχου ζητήματος δεν απαλλάσσει την ΕΕ από τη διασφάλιση του κράτους δικαίου, μέσω της σύναψης διεθνών συμφωνιών με κοινή συναίνεση μεταξύ των κρατών, αλλά και τη διαφύλαξη όσων συμφωνιών δεσμεύουν τα κράτη – μέλη και κατοχυρώνουν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

 

 





About the Author


Back to Top ↑