full screen background image

Events

19 April 2019 - Société de législation comparée – Concours de droit comparé Revue internationale de droit compa ... +++ 11 April 2019 - Formation: Colloque DCCR – Droit de la consommation et protection des données à caractère personnel Revue de droit international et de ... +++ 7 March 2019 - 6ème Atelier de droit comparé – 22 mars 2019 Revue internationale de droit compa ... +++ 6 March 2019 - 2 avril 2019 – Conférence de la section “Droit international privé” Revue internationale de droit compa ... +++ 15 January 2019 - Formation: Legal Project Management – Une nouvelle approche de la gestion de vos dossiers Revue de droit international et de ... +++ 17 December 2018 - 4ème Atelier de droit comparé – 18 janvier 2019 Revue internationale de droit compa ... +++

CJEU Case Law

Published on April 8th, 2019 | by Malamati Zachou

0

Περίληψη: ΔΕΕ 06.02.2019 Υπόθεση C-535/17 ΝΚ κατά ΒΝP Paribas Fortis NV – Υπαγωγή αγωγής αποζημιώσεως συνδίκου στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας στον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001

Λέξεις- κλειδιά: Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Διεθνής δικαιοδοσία και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις –  Κανονισμοί (ΕΚ) 44/2001 και (ΕΚ) 1346/2000 – Αντίστοιχα πεδία εφαρμογής – Πτώχευση δικαστικού επιμελητή – Αγωγή αποζημιώσεως ασκηθείσα από τον σύνδικο στον οποίο έχει ανατεθεί η διαχείριση και η εκκαθάριση της πτωχευτικής περιουσίας

Αριθμός απόφασης: C – 535/17

Δικαστήριο: Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης

Πηγή: ECLI:EU:C:2019:96

Επιμέλεια: Μαλαματή Ζάχου

 

Α. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

Απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2019, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden (Aνώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών) στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ του NK,  υπό την ιδιότητα του συνδίκου πτωχεύσεως της PI Gerechtsdeurwaarderskantoor ΒV (στο εξής PI.BV) και του PI (στο εξής: σύνδικος) και της BNP Paribas Fortis NV (στο εξής: Fortis), με αντικείμενο την ανάκτηση από τον σύνδικο, στο πλαίσιο πτωχευτικών διαδικασιών που κινήθηκαν στις Κάτω Χώρες, ποσού το οποίο έλαβε αχρεωστήτως ένας από τους πτωχεύσαντες από λογαριασμό τηρούμενο στη Fortis, στο Βέλγιο.

Ο PI ήταν δικαστικός επιμελητής και τηρούσε για τις ανάγκες του γραφείου του τρεχούμενο λογαριασμό στη Fortis στο Βέλγιο. Ο ως άνω λογαριασμός ήταν αυτός ο οποίος έπρεπε να πιστώνεται από τα πρόσωπα των οποίων τις οφειλές επεδίωκε να εισπράξει. Το 2006 προέβη στη σύσταση της εταιρίας ολλανδικού δικαίου PI.ΒV, της οποίας ήταν ο μοναδικός εταίρος και διαχειριστής, με αντικείμενο την εκμετάλλευση του γραφείου που διατηρούσε ο PI, o oποίος εισέφερε στην PI.ΒV την περιουσία του γραφείου δικαστικού επιμελητή, συμπεριλαμβανομένου του τρεχούμενου λογαριασμού στην Fortis. H PI.BV τηρούσε επίσης έναν λογαριασμό διαχειρίσεως σε άλλη τράπεζα των Κάτω Χωρών, στον οποίο ήταν κατατεθειμένα χρήματα που ανήκαν σε 200 περίπου πελάτες του γραφείου.

Στη συνέχεια, ο PI καταδικάστηκε για την πράξη της υπεξαίρεσης, καθώς το 2008, μεταβίβασε μέσω ηλεκτρονικού εμβάσματος συνολικό ποσό 550.000 Ευρώ από τον ανωτέρω λογαριασμό διαχειρίσεως προς τον λογαριασμό της Fortis και μερικές μέρες αργότερα προέβη στην ανάληψη ποσού 550.000 Ευρώ σε μετρητά από τον τρεχούμενο λογαριασμό που τηρούνταν στην Fortis.

To 2009 κηρύχθηκε σε πτώχευση η PI.BV και ακολούθησε το 2010 η προσωπική πτώχευση του PI. Στο πλαίσιο των πτωχευτικών αυτών διαδικασιών, ο σύνδικος άσκησε ενώπιον του rechtbank Maastricht (Πρωτοδικείο Μάαστριχτ, Κάτω Χώρες) αγωγή με αίτημα να υποχρεωθεί η Fortis στην καταβολή του ποσού των 550.000 ευρώ.

Το Πρωτοδικείο του Μάαστριχτ έκρινε ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της αγωγής του συνδίκου. Την απόφαση επικύρωσε το εφετείο Hertogenbosch με παρεμπίπτουσα απόφασή του, με το σκεπτικό ότι η αγωγή του συνδίκου είχε ως έρεισμα των πτώχευση του PI και της PI.BV και ως εκ τούτου ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 1346/2000. Στο πλαίσιο αυτό, με οριστική απόφασή του, το Πρωτοδικείο του Μάαστριχτ υποχρέωσε την Fortis στην καταβολή ποσού 550.000 ευρώ για τη ζημία που προκλήθηκε στους πιστωτές.

Δικάζοντας κατ’ έφεση το εφετείο Hertogenbosch εξέδωσε απόφασγ σύμφωνα με την οποία δεν μπορούσε να εξετάσει εκ νέου το ζήτημα της δικαιοδοσίας, δεδομένου ότι είχε ήδη αποφανθεί επ’ αυτού με την ως άνω παρεμπίπτουσα απόφασή του. Επεσήμανε εντούτοις ότι από τις αποφάσεις του ΔΕΕ C-157/13 και C-649/13 προέκυπτε ότι τα επιχειρήματα της Fortis, κατά τα οποία ήταν εσφαλμένη η κρίση σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία των ολλανδικών δικαστηρίων που περιλαμβάνονταν στην παρεμπίπτουσα απόφαση του εφετείου, ήταν καταρχήν βάσιμα οπότε θα επέτρεπε την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως ως προς το σημείο αυτό.

Επιπλέον το εφετείο έκρινε ότι η ασκηθείσα από τον σύνδικο αγωγή ανήκε στην κατηγορία της καλούμενης αγωγής «Peeters/Gatzen» που στηρίζεται σε αρχή κατοχυρωθείσα από το Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών. Βάσει της αγωγής αυτής της κατηγορίας, ο σύνδικος μπορεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας κατά τρίτων που συμμετείχαν στην επέλευση της ζημίας που υπέστη η ομάδα των πιστωτών, ακόμη και εάν ο πτωχεύσας δεν είχε ο ίδιος τη δυνατότητα ασκήσεως τέτοιας αγωγής. Κατά τη νομολογία αυτή, το προϊόν της εν λόγω αγωγής, την οποία ασκεί ο σύνδικος πτωχεύσεως προς το συμφέρον του συνόλου των πιστωτών, περιέρχεται στην πτωχευτική περιουσία.

Ο σύνδικος άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του εφετείου. Η Fortis άσκησε αντίθετη αναίρεση κατά της ίδιας αποφάσεως για τον λόγο ότι το εφετείο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία βάσει του Κανονισμού 1346/2000 για την εκδίκαση της αγωγής του συνδίκου.

Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία και να υποβάλει στο ΔΕΕ τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: α) αν το άρθρο 1 παρ. 1 και παρ. 2 στ. β’ του Κανονισμού 44/2001 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, την οποία ασκεί ο σύνδικος το πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας και της οποία το προϊόν περιέρχεται, στην περίπτωση ευδοκιμήσεώς της, στην ομάδα των πτωχευτικών πιστωτών, υπάγεται στην κατά παράγραφο 1της διατάξεως αυτής έννοια των «αστικών και εμπορικών υποθέσεων» και εμπίπτει, επομένως, στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του εν λόγω Κανονισμού, β) σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, αν η αγωγή διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας δυνάμει του άρθρου 4 παρ. 1 του Κανονισμού τόσο ως προς την αρμοδιότητα του συνδίκου να ασκήσει την αγωγή αυτή όσο και ως προς το εφαρμοστέο επί της αγωγής αυτής ουσιαστικό δίκαιο και γ) αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο α’ ερώτημα, ο δικαστής του κράτους μέλους ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας πρέπει να λάβει υπόψη το άρθρο 13 του Κανονισμού που αφορά στην άμυνα του διαδίκου του οποίου ζητείται να αναγνωρισθεί η ευθύνη, καθώς και το άρθρο 17 του Κανονισμού για τους ισχύοντες στον τόπο τελέσεως της φερόμενης αδικοπραξίας κανόνες ασφάλειας και συμπεριφοράς.

Β. Το νομικό πλαίσιο

Άρθρα 3 § 1, 4, 13 του Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας – Άρθρο 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Άρθρο 17 του Κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη ΙΙ).

Γ. Η απόφαση του Δικαστηρίου

Το ΔΕΕ καταρχάς υπενθύμισε ότι, όπως είχε κρίνει στο παρελθόν, ο Κανονισμός 44/2001 και ο Κανονισμός 1346/2000 πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο ώστε να αποτρέπεται οποιαδήποτε επικάλυψη μεταξύ των κανόνων δικαίου που αυτοί προβλέπουν και οποιοδήποτε κενό δικαίου. Επομένως, οι αγωγές που εξαιρούνται βάσει του άρθρου 1 παρ. 2 στ. β’ του Κανονισμού 44/2001 από το πεδίο εφαρμογής του, καθόσον εμπίπτουν στην κατηγορία στην οποία περιλαμβάνονται «οι πτωχεύσεις, πτωχευτικοί συμβιβασμοί και άλλες ανάλογες διαδικασίες», εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 1346/2000. Αντιστρόφως, οι αγωγές που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 παρ. 1 του Κανονισμού 1346/2000 εμπίπτουν σε εκείνο του Κανονισμού 44/2001. Περαιτέρω, επεσήμανε πως το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 παρ. 1 του Κανονισμού 44/2001, σε αντίθεση με αυτό του Κανονισμού 1346/2000 πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Πρόσθεσε δε πως μόνο οι αγωγές που απορρέουν άμεσα από διαδικασία αφερεγγυότητας και συνδέονται στενά με αυτή δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του 44/2001 και κατά συνέπεια μόνον αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 1346/2000.

Το καθοριστικής σημασίας κριτήριο, τόνισε το Δικαστήριο, προκειμένου να προσδιοριστεί ο τομέας στον οποίο εμπίπτει η αγωγή δεν είναι το δικονομικό πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, αλλά η νομική βάση της. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξετάζεται αν το επίδικο δικαίωμα ή η επίδικη υποχρέωση στηρίζεται στους κοινούς κανόνες του αστικού και εμπορικού δικαίου ή σε κανόνες με τους οποίους εισάγονται παρεκκλίσεις που ισχύουν ειδικώς στην περίπτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Διευκρίνισε δε πως το γεγονός ότι ασκείται αγωγή από τον σύνδικο που διορίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας  και ότι αυτός ενεργεί προς το συμφέρον των πιστωτών δεν μεταβάλλει ουσιωδώς τη φύση της αγωγής, η οποία εξακολουθεί να διέπεται από τους κανόνες του κοινού δικαίου. Επιπλέον, επικαλούμενο τη νομολογία του, υπέμνησε πως καθοριστικό στοιχείο προκειμένου να κριθεί αν έχει εφαρμογή η εξαίρεση του άρθρου 1 παρ. 2 στ. β’ του Κανονισμού 44/2001 είναι το πόσο στενή είναι η σχέση μεταξύ μιας αγωγής και της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Κρίνοντας επί των στοιχείων της υποβληθείσας ενώπιον του δικογραφίας, το ΔΕΕ κατέληξε πως η αγωγή που άσκησε ο σύνδικος κατά της Fortis στηρίζεται στους κοινούς κανόνες του αστικού και εμπορικού δικαίου και όχι σε κανόνες με τους οποίους εισάγονται παρεκκλίσεις ισχύουσες ειδικώς στη διαδικασία αφερεγγυότητας. Η εν λόγω αγωγή δεν εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του συνδίκου και είναι ανεξάρτητη από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Δεν ερείδεται λοιπόν επί κανόνων με τους οποίους εισάγονται παρεκκλίσεις που ισχύουν ειδικώς στις διαδικασίες αφερεγγυότητας και ως εκ τούτου, δεν βρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής του Κανονισμού 44/2001.

Κατόπιν των ανωτέρω, το ΔΕΕ, απαντώντας στο α’ προδικαστικό ερώτημα, απεφάνθη ότι το άρθρο 1 παρ. 1 και παρ. 2 στ. β’ του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, την οποία ασκεί ο σύνδικος στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας και της οποίας το προϊόν περιέρχεται, σε περίπτωση ευδοκιμήσεώς της, στην ομάδα των πτωχευτικών πιστωτών, υπάγεται στην κατά την παρ. 1 της διατάξεως αυτής έννοια των «αστικών και εμπορικών υποθέσεων» και εμπίπτει, επομένως, στο καθ’ύλην πεδίο εφαρμογής του εν λόγω Κανονισμού. Επί των λοιπών ερωτημάτων έκρινε πως παρέλκει η απάντηση, δεδομένου ότι υποβλήθηκαν μόνο για την περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η αγωγή όπως στην αυτή στην υπό κρίση υπόθεση εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 1 παρ. 2 στ. β’ του Κανονισμού.





About the Author


Back to Top ↑