full screen background image

Events

3 May 2016 - Εκδηλώσεις Τομέα Διεθνών Σπουδών – Κατεύθυνση Ι.Δ.Δ. ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ Ο Καθηγ ... +++ 30 April 2016 - 9.5.2016: Ημερίδα – Το Πρόσωπο και η Οικογένεια στο Δίκαιο και την Κοινωνία   Το Ελληνικό Τμή ... +++ 30 March 2016 - 14th ICC Miami Conference on International Arbitration This conference provides an indispe ... +++ 29 March 2016 - ICC Japan Arbitration Week The ICC Japan Arbitration week, 26- ... +++ 28 March 2016 - 2nd ICC Asia Conference on International Arbitration The conference will offer a line-up ... +++ 28 March 2016 - 4th ICC MENA Conference on International Arbitration ICC’s 4th Conference on Inter ... +++

CJEU Case Summaries Archive (GR)

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Eπιλεγμένη Νομολογία – Κανονισμός Βρυξέλλες Ι

 Επιμέλεια: Γιώργος Ζαχαροδήμος

Για την αρτιότερη ενημέρωση των επισκεπτών μας, εφεξής θα παρουσιάζονται περιλήψεις αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης των ετών 2013 και 2014, αναφορικά με τον Κανονισμό Βρυξέλλες Ι.

Τελευταία προσθήκη: 22/2/2015

C-441/13 – Περίληψη απόφασης – Καν. 44/2001 – Προσβολή δικ/τος πνευματικής ιδιοκτησίας
Απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2015 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C‑441/13 με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Handelsgericht Wien (Αυστρία) σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 3 σε περίπτωση προσβολής δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας μέσω του Διαδικτύου.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς με αντικείμενο την προσβολή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας μίας φωτογράφου, τα έργα της οποίας αναρτήθηκαν σε μία ιστοσελίδα χωρίς την συγκατάθεση της. Η P. Hejduk, φωτογράφος, παρείχε στον αρχιτέκτονα Georg W. Reinberg φωτογραφίες που απεικόνιζαν κτήρια του, ώστε να τις χρησιμοποιήσει αυτός σε διάλεξη του σε συνέδριο που διοργάνωσε η εταιρεία EnergieAgentur. H εταιρεία ανήρτησε αυτές τις φωτογραφίες στον ιστότοπο της, χωρίς να ζητήσει την άδεια της φωτογράφου και χωρίς να κάνει μνεία στα πνευματικά της δικαιώματα, απ’ όπου αυτές ήταν προσβάσιμες στο κοινό. Η EnergieAgentur έχει την έδρα της στην Γερμανία και ο διαδικτυακός τόπος της ανήκει στον τομέα ανώτατου επιπέδου (top level domain) της Γερμανίας, η διαδικτυακή της διεύθυνση δηλαδή έχει κατάληξη .de. Η φωτογράφος, κάτοικος Αυστρίας, άσκησε αγωγή στα αυστριακά δικαστήρια για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη και η εναγόμενη προέβαλε ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας. Η εναγόμενη εταιρεία υποστήριξε ότι ο ιστότοπος της δεν απευθυνόταν στο κοινό της Αυστρίας και ότι για την θεμελίωση διεθνούς δικαιοδοσίας δεν αρκούσε η δυνατότητα πρόσβασης στην ιστοσελίδα από το συγκεκριμένο κράτος μέλος.
Το γερμανικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε η υπόθεση απέστειλε προδικαστικό ερώτημα για την ερμηνεία της ειδικής βάσης διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 5 σημείο 3 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001.Το γερμανικό δικαστήριο ρώτησε ουσιαστικά αν τα αυστριακά δικαστήρια είχαν διεθνή δικαιοδοσία ως τα δικαστήρια του τόπου επελεύσεως της ζημίας επειδή η ιστοσελίδα στην οποία δημοσιεύθηκαν οι φωτογραφίες ήταν προσβάσιμη από την Αυστρία. Συγκεκριμενοποιόντας το κρίσιμο συνδετικό στοιχείο του άρθρου 5 σημείο 3 ρώτησε αν ο τόπος όπου επήλθε η ζημία εντοπίζεται στο κράτος για το οποίο προορίζεται το περιεχόμενο της ιστοσελίδας και όχι απλώς σε κάθε κράτος από το οποίο είναι προσβάσιμη αυτή.
Eν προκειμένω δόθηκε στο ΔΕΕ η ευκαιρία να εξειδικεύσει την παραδοσιακή συγκεκριμενοποίηση του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός στις προσβολές δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο διαδίκτυο. Αρχικά, έκρινε ότι ο τόπος όπου έλαβε χώρα το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός είναι ο τόπος όπου ενεργοποιήθηκε η τεχική διαδικασία για την ανάρτηση, εκεί που έλαβε χώρα δηλαδή η συμπεριφορά του ιδιοκτήτη της ιστοσελίδας. Αρμόδια ήταν λοιπόν τα δικαστήρια του τόπου της έδρας (Γερμανία) της EnergieAgentur καθώς εκεί έλαβε και εκτέλεσε την απόφαση ανάρτησης των φωτογραφιών.
Όσον αφορά τον τόπο επελεύσεως της ζημίας το ΔΕΕ υπενθύμισε ότι ο τόπος αυτός εξαρτάται από τη φύση του εκάστοτε προσβαλλόμενου δικαιώματος και ότι προϋπόθεση για να θεωρηθεί ότι επήλθε η ζημια σε ένα κράτος μέλος είναι η προστασία του δικαιώματος στο κράτος αυτό. Εν προκειμένω πληρούταν αυτή η προϋπόθεση καθώς το δικαίωμα της φωτογράφου επί των έργων της προστατευόταν στην Αυστρία. Το ΔΕΕ έκρινε ως άνευ σημασίας για την θεμελίωση διεθνούς δικαιοδοσίας επί προσβολών δικαιωμάτος πνευματικής ιδιοκτησίας την κατεύθυνση του περιεχομένου μίας ιστοσελίδας προς ορισμένο κράτος. Δεν είχε σημασία για την θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της Αυστρίας το ότι η κατάληξη της διαδικτυακής διεύθυνσης ήταν .de και όχι .at. Έκρινε λοιπόν ότι η ζημία από την προσβολή του δικαιώματος, όσον αφορά την θεμελίωση διεθνούς δικαιοδοσίας, επήλθε και στην Αυστρία γιατί κατέστησαν οι φωτογραφίες προσβάσιμες και εκεί. Περιόρισε όμως την διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του τόπου επελεύσεως της ζημίας, στην ζημία που επέρχεται στο συγκεκριμένο κράτος.
Τα δικαστήρια των κρατών μελών είναι αρμόδια να κρίνουν επί της βλάβης που προκαλείται σε πνευματικά (και συγγενικά προς αυτά) δικαιώματα στο έδαφος τους από ανάρτηση στο διαδίκτυο που έγινε από άλλο κράτος μέλος, καθώς είναι σε καλύτερη θέση να κρίνουν αν όντως έχει προκληθεί ζημία και ποια έιναι η φύση της.

 

Περίληψη απόφασης – C-302/13 – Καν. (ΕΚ) 44/2001- Ερμηνεία των άρθρων 1§1, 22§2 και 34§1
Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2014 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C‑302/13με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Augstākās Tiesas Senāts (Λεττονία) σχετικά με την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1, 22 σημείο 2, 34 σημείο 1 και 35 σημείο 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001.
Η διαφορά ενώπιον του ΔΕΕ αφορούσε την εκτέλεση στην Λεττονία ασφαλιστικών μέτρων που επέβαλε λιθουανικό δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαστικής διαμάχης της flyLAL με την Air Baltic και τη Straptautiska lidosta Riga. Η flyLAL άσκησε αγωγή αποζημίωσης αφενός κατά της AirBaltic λόγωκατάχρησης της δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης στην αγορά πτήσεων από και προς το αεροδρόμιο του Βίλνιους (Λιθουανία) και αφετέρου κατά της AirBaltic και της Straptautiska lidosta Riga λόγω της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπράξεως τους. Στο πλαίσιο της κύριας δίκης η flyLAL κατέθεσε αίτηση προσωρινών και ασφαλιστικών μέτρων. Το λιθουανικό Εφετείο έκανε δεκτή την αίτηση και διέταξε συντηρητική κατάσχεση κινητών ή/και ακινήτων και περιουσιακών στοιχείων της Air Baltic και της Starptautiska lidosta Riga ύψους 58.020.666,10 ευρώ. Η ενάγουσα στην συνέχεια κατέθεσε αίτηση για την κήρυξη εκτελεστής της απόφασης στο Πρωτοδικείο της Ρίγας (Λεττονία). Το πρωτοδικείο έκανε δεκτή την αίτηση και ύστερα από ανεπιτυχή άσκηση έφεσης οι εναγόμενες εταιρίες άσκησαν αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Υποστήριξαν αφενός ότι δεν έπρεπε να εφαρμοστεί εν προκειμένω ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 για την αναγνώριση των ασφαλιστικών μέτρων καθώς η διαφορά δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του. Αφετέρου επικαλέστηκαν δύο εκ των περιοριστικά αναφερόμενων κωλυμάτων αναγνώρισης και εκτέλεσης που προβλέπονται στα άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού.
Υποστήριξαν λοιπόν ότι η διαφορά δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 γιατί σχετιζόταν με αερολιμενικά τέλη, τα οποία καθορίζονται από κρατικούς κανόνες, και συνεπώς δεν επρόκειτο για αστική και εμπορική υπόθεση σύμφωνα με τον Κανονισμό. Για να κριθεί αν μία απόφαση προσωρινών και ασφαλιστικών μέτρων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού ελέγχεται κατά πόσο αυτά ζητήθηκαν στο πλαίσιο μίας αστικής και εμπορικής υποθέσεως. Το Δικαστήριο για να αποφανθεί σχετικά με το αν η υπόθεση ενώπιον του εντάσσοταν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού εξέτασε τόσο το αντικείμενο της συγκεκριμένης διαφοράς όσο και το είδος της έννομης σχέσης των διαδίκων. Αρχικά, οι αγωγές με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού (βλ. άρθρο 5 σημ. 3 και 4) ενώ οι εξαιρέσεις από αυτό πρέπει να είναι ρητά καθορισμένες και να ερμηνεύονται στενά (αιτ. σκ. 7). Αντικείμενο της κύριας δίκης ήταν μία αγωγή αποζημιώσεως λόγω προβαλλόμενων παραβάσεων του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης, οπότε η επίδικη διαφορά αποτελούσε αστική και εμπορική υπόθεση κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 1. Στη συνέχεια εξέτασε το είδος της έννομης σχέσης των διαδίκων. Από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού αποκλείονται (άρθρο 1) όχι όλες οι διαφορές μεταξύ ενός ιδιώτη και μίας δημόσιας αρχής, αλλά μόνο οι διαφορές στις οποίες η δημόσια αρχή ασκεί υπέρμετρες εξουσίες, οι οποίες αποτελούν έκφανση προνομιών δημόσιας εξουσίας. Σύμφωνα με την νομολογία του Δικαστηρίου ο έλεγχος και η επιτήρηση του εναέριου χώρου συνδέονται με την άσκηση προνομιών δημόσιας εξουσίας, η παροχή όμως αερολιμενικών εγκαταστάσεων έναντι της καταβολής σχετικού τέλους, όπως εν προκειμένω, συνιστά δραστηριότητα οικονομικού χαρακτήρα. Αφενός το γεγονός ότι το ύψος των τελών και οι σχετικές μειώσεις καθορίζονται με νομοθετικές διατάξεις δεν επηρεάζει τη σχέση της εναγόμενης Starptautiska lidosta Riga με τους ιδιωτικού δικαίου αερομεταφορείς, με τους οποίους συμβάλλεται. Αφετέρου παρότι μοναδικός ή πλειοψηφικός μέτοχος των εναγόμενων εταιριών ήταν το δημόσιο οι επιχειρήσειςενεργούσαν όπως οποιαδήποτε ιδιωτική επιχείρηση. Έκρινε λοιπόν το Δικαστήριο ότι η αγωγή στρεφόταν κατά πράξεων που έχουν τελεστεί από ιδιώτες και όχι κατά πράξεων που προϋποθέτουν την άσκηση δημόσιας εξουσίας, οπότε δεν αποκλειόταν από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού.
Για να αποκρούσουν την εκτέλεση της απόφασης που επέβαλε τα ασφαλιστικά μέτρα οι εναγόμενες εταιρίες προέβαλαν το κώλυμα αναγνώρισης και εκτέλεσης που ιδρύεται στο άρθρο 35 σημείο 1. Υποστήριξαν ότι για την υπό κρίση διαφορά είχαν αποκλειστική δικαιοδοσία τα δικαστήρια του άρθρου 22 σημείο 2 και συνεπώς τα ασφαλιστικά μέτρα εξεδόθησαν από αναρμόδιο δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 22 σημείο 2 επί υποθέσεων σχετικών με το κύρος αποφάσεων των οργάνων εταιριών ή νομικών προσώπων που εδρεύουν σε κράτος μέλος έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία τα δικαστήρια του κράτος της έδρας. Ερωτήθηκε λοιπόν το Δικαστήριο κατά πόσο εμπίπτει η επίδικη διαφορά στο άρθρο 22 σημείο 2 λόγω του ότι η μείωση των αερολιμενικών τελών γίνεται μέσω αποφάσεων που λαμβάνονται από όργανα εμπορικών εταιριών. Σε περίπτωση καταφατική απαντήσεως τα δικαστήρια της Λιθουανίας θα ήταν αναρμόδια να επιλύσουν την διαφορά και λόγω της παραβιάσης των κανόνων περί αποκλειστικής δικαιδοσίας (αρ. 22) του Κανονισμού η απόφαση δεν θα μπορούσε να εκτελεσθεί (αρ. 35§1). Εν προκειμένω η αγωγή της flyLAL είχε ως αίτημα την αποκατάσταση ζημίας από την παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων, δεν επρόκειτο για αγωγής προσβολής ή ακυρότητας που να βάλλει ευθέως κατά αποφάσεως οργάνου των εταιριών. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο έδωσε αρνητική απάντηση και στα δύο ερωτήματα ( βλ. αρ. 22 σημ.2 και αρ. 35§1)
Επίσης, το Δικαστήριο ερωτήθηκε κατά πόσο η εκτέλεση της απόφασης αντίκειτο στη δημόσια τάξη του κράτους εκτελέσης (Λεττονία). Συγκεκριμένα ερωτήθηκε αφενός κατά πόσο προσβάλλεται η δημόσια τάξη ενός κράτους μέλους (αρ. 34 σημ. 1) από την έλλειψη αναλυτικά αιτιολογημένου υπολογισμού του αιτηθέντος ποσού. Αφετέρου κατά πόσο συντρέχει το κώλυμα του άρθρου 34 σημείο 1 λόγω της αδυναμίας αναστροφής των αποτελεσμάτων από την λήψη των ασφαλιστικών μέτρων λόγω διαδικασίας αφερεγγυότητας σε περίπτωση απορρίψεως της αγωγής στην κύρια υπόθεση. Όσον αφορά το κατά πόσο η έλλειψη αιτιολογήσεως του ύψους των ποσών των ασφαλιστικών μέτρων συνιστά προσβολή της δημόσιας τάξης το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι για να εξασφαλίζεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη κάθε απόφαση πρέπει να είναι αιτιολογημένη, ώστε να μπορεί ο εναγόμενος να γνωρίζει τους λόγους της καταδίκης του και να μπορεί να προσφύγει εγκαίρως και αποτελεσματικώς κατά της αποφάσεως. Η έκταση της υποχρέωσης αυτής ποικίλλει ανάλογα με τη φύση της εκάστοτε αποφάσεως και κάθε φορά πρέπει να ελέγχεται η διαδικασία στο σύνολο της και κυρίως η δυνατότητα ασκήσεως, εγκαίρως και αποτελεσματικώς, ενδίκων μέσων κατά της καταδικαστικής αποφάσεως. Εν προκειμένω το δικαστήριο έκρινε ότι αρκούσε αφενός ότι προέκυπτε η συλλογιστική την οποία ακολούθησε το δικαστήριο του κράτους προέλευσεως της απόφασης και αφετέρου ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν την δυνατότητα να προσφύγουν, όπως και έκαναν, κατά της αποφάσεως. Έκρινε λοιπόν το Δικαστήριο ότι η έλλειψη αιτιολογήσεως υπολογισμού του ποσού δεν προσέβαλε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη των εναγομένων. Όσον αφορά το κατά πόσο οι συνέπειες επιβολής ασφαλιστικών μέτρων για τόσο μεγάλα ποσά μπορούν να προσβάλουν την δημόσια τάξη ενός κράτους μέλους το Δικαστήριο τόνισε ότι το η διάταξη του άρθρου 34 σημείο 1 αποσκοπεί στην προστασία έννομων και όχι αμιγώς οικονομικών συμφερόντων. Η επίκληση σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων δεν αποτελεί λόγο άρνησης της εκτέλεσης μίας αποφάσεως λόγω προσβολής της δημοσίας τάξεως.
 Ολόκληρο το κείμενο της απόφασης, εδώ..

Περίληψη της απόφασης C-350/13 σχετικά με την ανάγκη έκδοσης προδικαστικής απόφασης για μέτρο συντηρητικής κατάσχεσης που ανακλήθηκε (Kαν. 44/2001)
Απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C‑350/13 με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Augstākās tiesas Senāts (Λεττονία) σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 34 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 44/2001 στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Antonio Gramsci Shipping Corp. και άλλων 29 αιτούντων με αντικείμενο την εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως του High Court of Justice (Αγγλία), με την οποία διατάχθηκε συντηρητική κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων τα οποία τελούσαν υπό τον έλεγχο του καθού η αίτηση στην κύρια δίκη. Κατά το αιτούν δικαστήριο (Augstākās tiesas Senāts) η απόφαση περί συντηρητικής κατασχέσεως (injunction Mareva) αναπτύσσει αποτελέσματα in personam στο βαθμό που απαγορεύει την διάθεση συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων από συγκεκριμένο πρόσωπο. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνώρισεως της απόφασης το αιτούν δικαστήριο απέστειλε τα εξής προδικαστικά ερωτήματα: πρώτον,  η ενδεχόμενη προσβολή δικαιωμάτων προσώπων που δεν μετείχαν στην δίκη δικαιολογεί την άρνηση αναγνώρισης της απόφασης μέσω της εφαρμογής της ρήτρας της δημόσιας τάξης; Αν την δικαιολογεί, το άρθρο 47 του ΧΘΔ για την αρχή της δίκαιης δίκης επιτρέπει να επιβάλλονται περιορισμοί σε εμπράγματα δικαιώματα προσώπου το οποίο δεν είναι διάδικος στην κύρια δίκη, έστω και αν έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την μεταρρύθμιση της κατάστασης ή την ανάκλησης της απόφασης;
Η διάταξη περί συντηρητικής κατασχέσεως ανακλήθηκε από το δικαστήριο που την εξέδωσε. Για το λόγο αυτό η Γραμματεία του Δικαστηρίου κάλεσε το αιτούν δικαστήριο να πει αν εμμένει στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Το δικαστήριο επισήμανε, όπως υποστήριξε η εκπρόσωπος του εφεσίβλητου, ότι οι απαντήσεις στα ερωτήματα δεν είναι πλέον χρήσιμες για την υπό κρίση υπόθεση, αλλά θα είναι χρήσιμες γιατί το αιτούν δικαστήριο επελήφθη ανάλογης υποθέσεως. Για το λόγο αυτό επέμεινε στο προδικαστικό ερώτημα. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι δυνάμει του 267 ΣΛΕΕ τα εθνικά δικαστήρια είναι αρμόδια να κρίνουν την ανάγκη έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως όσο και την λυσιτέλεια των ερωτημάτων που θέτουν στο Δικαστήριο. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να απαντήσει αν είναι πρόδηλο ότι η ζητηθείσα ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει σχέση με υπαρκτή διαφορά ή με το αντικείμενο της κύριας δίκης, ότι το πρόβλημα είναι υποθετικό ή ότι δεν διαθέτει (το Δικαστήριο) τα απαραίτητα πραγματικά και νομικά στοιχεία για να κρίνει επί της υποθέσεως. Υπογραμμίζοντας ότι από την νομολογία και την οικονομία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι πρέπει να εκκρεμεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων η υπόθεση επί της οποίας καλείται να εκδώσει προδικαστική απόφαση, έκρινε το Δικαστήριο ότι επειδή η εν λόγω ένδικη διαφορά δεν εκκρεμεί πλέον ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, τα υποβληθέντα ερωτήματα έχουν καταστεί υποθετικά. Σε περίπτωση που είναι αναγκαία η απάντηση στα ερωτήματα αυτά στο πλαίσιο άλλης ένδικης διαφοράς, το δικαστήριο διαθέτει την πάντα την ευχέρεια να αιτηθεί προδικαστικής αποφάσεως.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) διατάσσει:
Παρέλκει η έκδοση της προδικαστικής αποφάσεως που ζήτησε το Augstākās tiesas Senāts (Λεττονία) με την από 12 Ιουνίου 2013 απόφαση.
Ολόκληρη η απόφαση εδώ..

Περίληψη της απόφασης C-438/12 σχετικά με την σχέση των άρθρων 22 σημείο 1 και 27 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001
Απόφαση της 3ης Απριλίου 2014 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C‑438/12 με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Οberlandesgericht München (Γερμανία) σχετικά με την ερμηνεία των διατάξεων για την βάση αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας για διαφορές σχετικές με εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων (22 σημείο 1) και την διάταξη για την εκκρεμοδικία 27 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001. Η I. Weber και η M. Weber, δύο αδελφές ηλικίας 82 και 78 ετών αντίστοιχα, είναι συγκύριες, κατά τα έξι δέκατα και κατά τα τέσσερα δέκατα αντίστοιχα, ενός ακινήτου στο Μόναχο (Γερμανία) και η I. Weber έχει δικαίωμα προαίρεσης για την αγορά των 4/10 της αδελφής της. Στις 28/Οκτ/09 η M. Weber πωλεί το ποσοστό της επί του ακινήτου στην γερμανική εταιρία Z. GbR, στην οποία ένας από τους διαχειριστές είναι ο γιος της, δικηγόρος εγκατεστημένος στο Μιλάνο(Ιταλία). Σύμφωνα με την σύμβαση πώλησης η M. Weber είχε δικαίωμα υπαναχώρησης εώς τις 28/3/10. Στις 18/12/09 η I. Weber πληροφορείται από τον συμβολαιογράφο για την σύμβαση πώλησης και ασκεί το δικαίωμα προαίρεσης της. Στις 15/3/10 η M. Weber ασκεί το δικαίωμα υπαναχώρησης από την σύμβαση και στις 29/3/10 η Z. GbR ασκεί αγωγή στα ιταλικά δικαστήρια κατά των I. και M. Weber για να αναγνωριστεί ότι ήταν ανίσχυρη η άσκηση του δικαιώματος προαίρεσης και ότι η σύμβαση μεταξύ της Z.GbR και της Μ. Weber εξακολουθούσε να ισχύει. Στις 15/7/10 η I. Weber ασκεί αγωγή κατά της M. Weber στο Landgericht München I να υποχρεωθεί να δηλώσει ότι συναινεί για την καταχώρηση στο κτηματολόγιο της μεταβίβασης των επίμαχων 4/10 της κυριότητας του ακινήτου. Αρχικά, το δικαστήριο απάντησε στο προδικαστικό ερωτημά του Oberlandesgericht München σχετικα με το αν η αγωγή για την αναγνώριση της μη έγκυρης άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης είναι αγωγή με αντικείμενο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου σύμφωνα με το 22 σημείο 1. Όσον αφορά την έννοια “υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων”  σύμφωνα με το Δικαστήριο κρίνεται αυτοτελώς στο πλαίσιο της Ένωσης. Ως τέτοιες θεωρούνται οι αγωγές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού και επιδιώκουν αφενός τον καθορισμό της ύπαρξης,της έκτασης και του είδους ενός εμπράγματου δικαιώματος και αφετέρου την εξασφάλιση στους δικαιούχους της προστασίας των προνομίων που συνδέονται με τα δικαιώματα αυτά. Όσον αφορά την διαφορά μεταξύ ενός εμπράγματου και ενός ενοχικού δικαιώματος, το πρώτο βαρύνει ένα ενσώματο αγαθό και παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι όλων, ενώ το δεύτερο μπορεί να προβληθεί μόνο κατά του οφειλέτη. Το δικαίωμα προαίρεσης για την αγορά ακινήτου σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο βαρύνει ένα ακίνητο, καταχωρείται στο κτηματολόγιο, παράγει αποτελέσματα έναντι όλων και η έγκυρη άσκηση του καθιστά ανίσχυρη την πώληση. Η αγωγή που έχει ασκηθεί εν προκειμένω ενώπιον του ιταλικού δικαστηρίου, να αναγνωριστεί ότι είναι ανίσχυρη η άσκηση ενός δικαιώματος προαίρεσης ανήκει στην κατηγορία διαφορών που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων. Όσον αφορά το αν οφείλει το δεύτερο επιληφθέν δικαστήριο να ελέγξει αν το δικαστήριο που επιλήφθηκε πρώτο δεν είχε δικαιοδοσία βάσει του 22 σημείο 1 επειδή λόγω του 35 παράγραφος 1 η απόφαση που τυχόν εξέδιδε δεν θα μπορούσε να αναγνωρισθεί το δικαστήριο είπε τα εξής: σύμφωνα με το γράμμα του 27 παράγραφος 1 το δικαστήριου του Μονάχου ήταν υποχρεωμένο να αναστείλει την διαδικασία ενώπιον του μέχρι να αποφαθνούν τα ιταλικά δικαστήρια. Με την προηγούμενη νομολογία του το δικάστηριο είχε πει ότι τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται δεύτερα υποχρεούνται να αναστείλουν την διαδικασία εφόσον δεν διαπιστώνουν έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας χωρίς να μπορούν να εξετάσουν τα ίδια την διεθνή δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος, με επιφύλαξη για τις αποκλειστικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας.Επίσης, είχει κρίνει ότι σε περίπτωση που ένα δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία βάσει συμφωνίας παρεκτάσεως δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τον κανόνα της εκκρεμοδικίας, ο οποίος στηρίζεται αποκλειστικά στην χρονολογική σειρά κατά την οποία έχουν επιληθφεί τα δικαστήρια. Όμως όταν το δεύτερο δικαστήριο έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 22 επειδή η απόφαση που τυχόν θα εκδιδόταν από το πρώτο επιληφθέν δεν θα μπορούσε να αναγνωρισθεί στα άλλα κράτη μέλη βάσει του 35§1, το δεύτερο επιληφθεν δεν έχει την ευχέρεια να αναστείλει και είναι υποχρεωμένο να αποφαθνεί επί της ουσίας της υποθέσεως . Το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 έχει λοιπόν την έννοια ότι το δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο της διαφοράς είναι υποχρεωμένο, πριν αναστείλει τη διαδικασία κατ’ εφαρμογή της διάταξης αυτής, να ελέγξει κατά πόσον, λόγω της μη τήρησης του κανόνα για την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία που προβλέπει το άρθρο 22, σημείο 1, του εν λόγω κανονισμού, η απόφαση που ενδέχεται να εκδώσει επί της ουσίας το δικαστήριο που επιλήφθηκε πρώτο της διαφοράς δεν θα αναγνωριστεί στα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.
Oλόκληρη κείμενο της απόφασης εδώ.

Aπόφαση C‑387/12 σχετικά με την διεθνή δικαιοδοσία σε περιπτώσεις προσβολής δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας
Απόφαση του Δικαστηρίου της  3ης Απριλίου 2014 στην υπόθεση C‑387/12 με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Γερμανία) , σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις . Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Hi Hotel, με έδρα τη Νίκαια (Γαλλία), και του U. Spoering, κατοίκου Κολωνίας (Γερμανία), με αντικείμενο αγωγή η οποία είχε ως αίτημα άρση της προσβολής δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και αξίωση αποζημιώσεως. Ειδικότερα, ο U. Spoering τον Φεβρουάριο του 2003 δημιούργησε, κατόπιν παραγγελίας της Hi Hotel, 25 διαφάνειες διαφόρων εσωτερικών χώρων του ξενοδοχείου της τελευταίας στη Νίκαια στην οποία παραχώρησε το δικαίωμα χρήσεως των φωτογραφιών σε διαφημιστικά φυλλάδια και στον ιστότοπό της στο διαδίκτυο. Το 2008 ο U. Spoering εντόπισε σε βιβλιοπωλείο στην Κολωνία λεύκωμα με τον τίτλο «Αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων από όλον τον κόσμο», του εκδοτικού οίκου Phaidon με έδρα το Βερολίνο (Γερμανία), όπου περιέχονταν εννέα από τις δικές του φωτογραφικές λήψεις των εσωτερικών χώρων του ξενοδοχείου της Hi Hotel στη Νίκαια.  Ο U. Spoering άσκησε αγωγή ενώπιον δικαστηρίου της Κολωνίας, υποστηρίζοντας ότι η Hi Hotel προσέβαλε το δικαίωμά του πνευματικής ιδιοκτησίας επί των φωτογραφιών, καθόσον τις παρέδωσε σε τρίτον, ήτοι στον εκδοτικό οίκο Phaidon. Η Hi Hotel αντέτεινε (ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των γερμανικών δικαστηρίων) ότι ο εκδοτικός οίκος Phaidon έχει έδρα και στο Παρίσι (Γαλλία), οπότε ο διευθυντής του Hi Hotel της Νίκαιας παρέδωσε εκεί τις επίμαχες φωτογραφίες και ότι αγνοούσε ότι ο εκδοτικός οίκος τις προώθησε εν συνεχεία στην αδελφή του εταιρία στη Γερμανία. Όπως έχει ήδη υπογραμμίσει το Δικαστήριο, υπό περιστάσεις όπου μόνον ένα μεταξύ περισσοτέρων προσώπων που φέρονται ως υπαίτιοι της προβαλλομένης ζημίας ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου το συγκεκριμένο πρόσωπο ουδεμία πράξη έχει τελέσει, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός συνέβη εντός της περιφέρειας του εν λόγω δικαστηρίου κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001.  Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατό να θεμελιωθεί, βάσει του τόπου όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, στο άρθρο 5, σημείο 3, του ως άνω κανονισμού διεθνής δικαιοδοσία ως προς έναν από τους φερόμενους ως υπαιτίους της ζημίας αυτής, που όμως ουδεμία πράξη τέλεσε εντός της περιφέρειας του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η αγωγή.  Το Δικαστήριο εξέτασε επιπλέον αν, υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, όπου οι φερόμενοι ως υπαίτιοι της προβαλλομένης ζημίας ενήργησαν σε διαφορετικό κράτος μέλος ο καθένας, μπορεί να θεμελιωθεί, βάσει του τόπου της επελεύσεως της ζημίας, στο άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 344/2001 διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων συγκεκριμένου κράτος μέλους ως προς έναν από τους φερόμενους ως υπαιτίους της ζημίας, ακόμη και αν αυτός ουδεμία πράξη τέλεσε εντός της περιφέρειας του δικαστηρίου εντός του οποίου ασκήθηκε η αγωγή. Ειδικότερα έκρινε ότι υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης (παρα 35-36), πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο κίνδυνος επελεύσεως της ζημίας απορρέει από το ενδεχόμενο να εξασφαλίσει κάποιος αντίγραφο του έργου που αποτελεί το αντικείμενο του προβαλλόμενου από τον ενάγοντα δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, από βιβλιοπωλείο ευρισκόμενο εντός της περιφέρειας του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η αγωγή. Όπως προέκυψε δε  από τις διαπιστώσεις περί τα πραγματικά περιστατικά ο κίνδυνος επελεύσεως της προβαλλομένης ζημίας, οφείλεται στην παράδοσή του φωτογραφικού υλικού στον παρισινό εκδοτικό οίκο Phaidon. Κατόπιν των ανωτέρω, απεφάνθη ότι μπορεί να θεμελιωθεί στο άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 διεθνής δικαιοδοσία, βάσει του τόπου επελεύσεως της προβαλλομένης ζημίας, υπό την προϋπόθεση ότι υφίσταται κίνδυνος να επέλθει η ζημία εντός της περιφέρειας του δικαστηρίου αυτού. Στην τελευταία περίπτωση, το ως άνω δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί μόνον επί της ζημίας που προκλήθηκε εντός της επικράτειας του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα του.

Απόφαση C‑548/12 – Eφαρμογή άρθρου 5 (1) Κανονισμού 44/2001 ακόμη και όταν η αγωγή ερείδεται σε αδικοπρακτική βάση
Απόφαση του Δικαστηρίου (έβδομο τμήμα) της 13ης Μαρτίου 2014, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ που υπέβαλε το Landgericht Krefeld (Γερμανία), σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 5, σημεία 1 και 3 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, του M. Brogsitter, κατοίκου Kempen (Γερμανίας), και, αφετέρου, της Fabrication de Montres Normandes EURL (στο εξής: Fabrication de Montres Normandes), εταιρείας με έδρα την Brionne (Γαλλία), και του Κ. Fräβdorf, κατοίκου Neuchâtel (Ελβετίας), με αντικείμενο αγωγή ασκηθείσα από τον M. Brogsitter προς αποκατάσταση των ζημιών που ισχυρίστηκε ότι υπέστη από ενέργειες οι οποίες στοιχειοθετούσαν, κατά τον ίδιο, αθέμιτο ανταγωνισμό. Ειδικότερα ο M. Brogsitter υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι της κύριας δίκης παρέβησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Κατά την άποψή του, ο Κ. Fräβdorf και η Fabrication de Montres Normandes είχαν δεσμευτεί να εργάζονται αποκλειστικώς για εκείνον και, ως εκ τούτου, δεν επιτρεπόταν να αναπτύξουν ούτε να εμπορευθούν, υπό τη δική τους επωνυμία και για ίδιον λογαριασμό, μηχανισμούς ρολογιών, ανεξαρτήτως αν ήσαν ακριβώς ίδιοι με τους μηχανισμούς που αποτελούσαν το αντικείμενο της μεταξύ τους συμβάσεως. Οι εναγόμενοι προέβαλαν  ένσταση αναρμοδιότητας, ισχυριζόμενοι ότι μόνον τα γαλλικά δικαστήρια είχαν, δυνάμει του άρθρου 5, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, διεθνή δικαιοδοσία για να αποφανθούν επί των αξιώσεων του M. Brogsitter, δεδομένου ότι τόσο ο τόπος εκπληρώσεως της προβλεπομένης από την επίμαχη σύμβαση παροχής όσο και ο τόπος επελεύσεως της υποτιθέμενης ζημίας βρίσκονταν στη Γαλλία.  Προκειμένου να διαπιστωθεί τι είδους αξιώσεις προβλήθηκαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, πρέπει να εξεταστεί, σε μια πρώτη φάση, αν οι οικείες ενοχές είναι, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού τους κατά το εθνικό δίκαιο, συμβατικής φύσεως. Πρέπει το αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν η υπό κρίση στην υπόθεση της κύριας δίκης αγωγή έχει ως αντικείμενο την αποκατάσταση ζημίας η οποία θα μπορούσε ευλόγως να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε προσβολή των δικαιωμάτων ή παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης, όπερ θα σήμαινε ότι η εξέταση της συμβάσεως θα ήταν απολύτως αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική αγωγή αφορά διαφορά «εκ συμβάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001. Ως εκ τούτου, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι αξιώσεις αποζημιώσεως όπως οι προβληθείσες στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι οποίες στηρίζονται σε αδικοπρακτική ευθύνη κατά το εθνικό δίκαιο, πρέπει μολαταύτα να γίνει δεκτό ότι εμπίπτουν στις «διαφορές εκ συμβάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001, εφόσον η συμπεριφορά που προσάπτεται μπορεί να θεωρηθεί ως παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων, όπως αυτές ορίζονται βάσει του αντικειμένου της οικείας συμβάσεως.

Απόφαση C – 45/13 Γενεσιουργός της ζημίας τόπος σε περίπτωση ευθύνης παραγωγού λόγω ελαττωματικού προϊόντος
Απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Ιανουαρίου 2014 με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Oberster Gerichtshof (Αυστρία),  και αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Α. Kainz, κατοίκου Salzbourg (Αυστρία), και της εταιρίας Pantherwerke AG, της οποίας η έδρα βρίσκεται στη Γερμανία, με αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως για ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων την οποία άσκησε ο Α. Kainz κατόπιν ατυχήματος που υπέστη στη Γερμανία με ποδήλατο παραχθέν στο εν λόγω κράτος μέλος από την εταιρία Pantherwerke AG, αλλά αποκτηθέν από κατάστημα στην Αυστρία. Ο Α. Kainz στράφηκε κατά της Pantherwerke AG, ενώπιον του Landesgericht Salzburg, στηριζόμενος στην ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων, ζητώντας να του καταβληθεί το ποσό των 21 200 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Κατά τον Α. Kainz, η πτώση του προκλήθηκε από το γεγονός ότι οι άκρες της περόνης ξεβιδώθηκαν από το ζύγωμα τροχού του ποδηλάτου. Η Pantherwerke AG, ως παραγωγός εταιρία του προϊόντος, ευθυνόταν για το εν λόγω κατασκευαστικό ελάττωμα. Ο Α. Kainz επικαλείται προς θεμελίωση της δικαιοδοσίας του αιτούντος δικαστηρίου το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001.
Στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης δεν αμφισβητείται ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αποκλειστικώς το ζήτημα του προσδιορισμού του τόπου όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί συναφώς ότι ο τόπος αυτός, σε περίπτωση ευθύνης λόγω ελαττωματικού προϊόντος, βρίσκεται εκεί όπου έλαβε χώρα το γεγονός που έβλαψε το ίδιο το προϊόν (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση Zuid-Chemie, σκέψη 27). Κατ’ αρχήν, τούτο συμβαίνει στον τόπο παραγωγής του επίμαχου προϊόντος. Καθόσον η εγγύτητα με τον τόπο όπου έλαβε χώρα το γεγονός που έβλαψε το ίδιο το προϊόν διευκολύνει, ιδίως λόγω της δυνατότητας συγκεντρώσεως στον τόπο αυτό των αποδεικτικών μέσων για την τεκμηρίωση του επίμαχου ελαττώματος, την αποτελεσματική οργάνωση της δίκης και, συνακόλουθα, την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, η απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος αυτός συνάδει προς τον λόγο υπάρξεως της ειδικής διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, ήτοι την ύπαρξη ενός ιδιαιτέρως στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, προπαρατεθείσες αποφάσεις Zuid-Chemie, σκέψη 24, και Pinckney, σκέψη 27).
Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα του Α. Kainz κατά το οποίο η ερμηνεία της ειδικής διεθνούς δικαιοδοσίας ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας πρέπει να λαμβάνει υπόψη, εκτός από το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, το συμφέρον του ζημιωθέντος παρέχοντάς του τη δυνατότητα να ασκήσει την αγωγή του ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους της κατοικίας του, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.      Το Δικαστήριο όχι μόνον έχει ήδη κρίνει ότι το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 δεν αποσκοπεί στην ενίσχυση της προστασίας του ασθενέστερου διαδίκου (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2012, C-133/11, Folien Fischer και Fofitec, σκέψη 46), αλλά περαιτέρω επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η προτεινόμενη από τον Α. Kainz ερμηνεία, κατά την οποία ο τόπος όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός είναι ο τόπος όπου το επίμαχο προϊόν μεταβιβάσθηκε στον τελικό καταναλωτή ή στον μεταπωλητή, δεν διασφαλίζει ότι ο εν λόγω καταναλωτής μπορεί να προσφύγει, σε κάθε περίπτωση, ενώπιον των δικαστηρίων της κατοικίας του, καθώς ο τόπος αυτός μπορεί να βρίσκεται αλλού, ακόμη και σε άλλη χώρα. Κατόπιν των ανωτέρω, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση επικλήσεως της ευθύνης παραγωγού λόγω ελαττωματικού προϊόντος, ο τόπος όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός είναι ο τόπος παραγωγής του επίμαχου προϊόντος.

ΔΕΕ – C‑9/12 – διεθνής δικαιοδοσία σχετικά με διαφορά εκ συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας
Απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Δεκεμβρίου 2013, στην υπόθεση C‑9/12 με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το tribunal de commerce de Verviers (Βέλγιο). Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 2 και 5, σημείο 1, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Corman-Collins, με έδρα στο Βέλγιο, και της La Maison du Whisky, με έδρα στη Γαλλία, σχετικά με αγωγή αποζημιώσεως λόγω της καταγγελίας συμβάσεως αντιπροσωπείας πωλήσεως εμπορευμάτων (ποσότητες ουίσκι διαφόρων εμπορικών σημάτων) που δέσμευε τις εταιρίες αυτές. Η Corman-Collins και η La Maison du Whisky διατηρούσαν επί μια δεκαετία εμπορικές σχέσεις, τον Φεβρουάριο του 2011, η δεύτερη πληροφόρησε την πρώτη  ότι, από την 1η Απριλίου και από την 1η Σεπτεμβρίου 2011 αντιστοίχως, θα ανέθετε την αποκλειστική διανομή δύο από τα φέροντα διαφορετικά σήματα προϊόντων της σε μια άλλη εταιρία, μέσω της οποίας καλούνταν η Corman‑Collins να δίδει πλέον τις παραγγελίες της. Η Corman‑Collins ενήγαγε τη La Maison du Whisky ενώπιον του tribunal de commerce de Verviers ζητώντας, κυρίως, να υποχρεωθεί η εναγομένη, βάσει του βελγικού νόμου της 27ης Ιουλίου 1961, να της καταβάλει αποζημίωση λόγω καταγγελίας χωρίς τήρηση προθεσμίας, καθώς και πρόσθετη αποζημίωση. Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, αν οι διατάξεις του κανονισμού εμποδίζουν, στην περίπτωση που ο αντιπροσωπευόμενος εναγόμενος στην ένδικη διαφορά έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό στο οποίο έχει την έδρα του το επιληφθέν δικαστήριο, την εφαρμογή εθνικού κανόνα περί διεθνούς δικαιοδοσίας, όπως αυτός που προβλέπεται στο άρθρο 4 του βελγικού νόμου της 27ης Ιουλίου 1961, που παρέχει διεθνή δικαιοδοσία στα εθνικά δικαστήρια για την εκδίκαση διαφοράς σχετικής με την καταγγελία συμβάσεως αντιπροσωπείας πωλήσεων όταν ο αντιπρόσωπος είναι εγκατεστημένος στην εθνική επικράτεια. Συναφώς βάσει του άρθρου 3 παρ. 2 του Κανονισμού 44/2001 από τη στιγμή που διαφορά παρουσιάζουσα κάποιο στοιχείο αλλοδαπότητας εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητείται εν προκειμένω, και ο εναγόμενος έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, όπως συμβαίνει στη διαφορά της κύριας δίκης, οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει ο κανονισμός πρέπει, καταρχήν, να εφαρμόζονται και να υπερισχύουν των εθνικών κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας.Δεύτερον, ως προς το αν σύμβαση αντιπροσωπείας μπορεί να χαρακτηριστεί σύμβαση «παροχής υπηρεσιών» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού, πρέπει να υπoμνησθεί ότι, κατά τον ορισμό που έχει δοθεί από το Δικαστήριο, η έννοια των «υπηρεσιών» κατά τη διάταξη αυτή συνεπάγεται κατ’ ελάχιστον ότι ο παρέχων τις υπηρεσίες ασκεί συγκεκριμένη δραστηριότητα έναντι αμοιβής. Όσον αφορά το πρώτο κριτήριο που περιλαμβάνεται στον ορισμό αυτό, ήτοι την ύπαρξη δραστηριότητας, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι για το εν λόγω κριτήριο απαιτείται η διενέργεια θετικών πράξεων, εξαιρουμένων των απλών παραλείψεων. Το κριτήριο αυτό αντιστοιχεί, στην περίπτωση συμβάσεως αντιπροσωπείας, στη χαρακτηριστική παροχή που εκπληρώνει ο αντιπρόσωπος ο οποίος, διασφαλίζοντας τη διανομή των προϊόντων του αντιπροσωπευομένου, μετέχει στην ανάπτυξη της διαδόσεώς τους. Χάρη στην εγγύηση εφοδιασμού που του έχει δοθεί δυνάμει της συμβάσεως αντιπροσωπείας και, ενδεχομένως, στη συμμετοχή του στην εμπορική στρατηγική του αντιπροσωπευομένου, μεταξύ άλλων στις ενέργειες προωθήσεως, ο αντιπρόσωπος είναι σε θέση να προσφέρει στους πελάτες υπηρεσίες και πλεονεκτήματα που δεν μπορεί να προσφέρει ένα απλός μεταπωλητής και, με τον τρόπο αυτό, να κατακτήσει, προς όφελος των προϊόντων του αντιπροσωπευομένου, μεγαλύτερο μερίδιο της τοπικής αγοράς. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο, ήτοι την αμοιβή που παρέχεται ως αντιπαροχή για μια δραστηριότητα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το κριτήριο αυτό δεν πρέπει να νοείται υπό τη στενή έννοια της καταβολής χρηματικού ποσού. Πράγματι, ένας τέτοιος περιορισμός ούτε υπαγορεύεται από την πολύ γενική διατύπωση του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού ούτε εναρμονίζεται με τους σκοπούς της εγγύτητας και της ομοιομορφίας τους οποίους επιδιώκει η εν λόγω διάταξη. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η σύμβαση αντιπροσωπείας στηρίζεται σε μια επιλογή του αντιπροσώπου από τον αντιπροσωπευόμενο. Η επιλογή αυτή, που αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείου του είδους αυτού συμβάσεως, παρέχει στον αντιπρόσωπο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, καθόσον μόνον αυτός θα έχει το δικαίωμα να πωλεί τα προϊόντα του αντιπροσωπευομένου επί συγκεκριμένου εδάφους ή, τουλάχιστον, καθόσον περιορισμένος αριθμός αντιπροσώπων θα έχει το δικαίωμα αυτό. Το σύνολο των πλεονεκτημάτων αυτών, των οποίων την ύπαρξη εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας να εξακριβώσει, αποτελεί, για τον αντιπρόσωπο, μια οικονομική αξία η οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά αμοιβή. Κατά συνέπεια, μια σύμβαση αντιπροσωπείας που περικλείει τις τυπικές παροχές που προσδιορίστηκαν στην παρούσα απόφαση μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύμβαση παροχής υπηρεσιών όσον αφορά τον περί δικαιοδοσίας κανόνα που προβλέπεται στο άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο β΄, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού.

Απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Δεκεμβρίου 2013, στην υπόθεση C‑452/12,με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ που υπέβαλε το Landgericht Krefeld (Γερμανία).Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 71 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001.
Πραγματικά Περιστατικά
Τον Αύγουστο του 2007 η Canon ανέθεσε στις εταιρίες ολλανδικού δικαίου Nippon Nederland και Nippon Euro) να μεταφέρουν οδικώς διάφορα προϊόντα της από τις Κάτω Χώρες στη Γερμανία. Η Nippon Euro ανέθεσε στην Inter-Zuid Transport την εκτέλεση της μεταφοράς αυτής. Η δεύτερη εταιρία ανέθεσε με υπεργολαβία την εκτέλεση της μεταφοράς στην DTC. Τη μεταφορά πραγματοποίησε τελικώς η Kingma, την οποία όρισε ως μεταφορέα η DTC.  Τα εμπορεύματα φορτώθηκαν, στις 22 Αυγούστου 2007, στις δύο αποθήκες της Canon στις Κάτω Χώρες, και έπρεπε να παραδοθούν στις 23 Αυγούστου 2007 στη Γερμανία. Μετά τη φόρτωση των εμπορευμάτων ο οδηγός ξεκίνησε, στις 22 Αυγούστου 2007, το δρομολόγιό του από το Amstelveen στις Κάτω Χώρες προς τις εγκαταστάσεις της Canon στο Willich στη Γερμανία, όπου έφτασε την ίδια ημέρα σε προχωρημένη ώρα, με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον δυνατή η εκφόρτωση των εμπορευμάτων, οπότε ο οδηγός στάθμευσε το φορτηγό για τη νύχτα στον μη φυλασσόμενο χώρο σταθμεύσεως του παραλήπτη. Κατά τη διάρκεια της νύχτας ένα μέρος των εμπορευμάτων εκλάπη. Στις 27 Αυγούστου 2010, κατόπιν αγωγής αποζημιώσεως από την Canon κατά της Nippon Nederland και της Nippon Euro, αυτές δεσμεύθηκαν στο πλαίσιο συμβιβασμού της 1ης Μαρτίου 2010 να καταβάλουν, ως εις ολόκληρον συνοφειλέτριες, το ποσό των 500 000 ευρώ. Στις 29 Σεπτεμβρίου 2010 η Nipponkoa Insurance άσκησε δικαίωμα αναγωγής κατά της Inter-Zuid Transport, ζητώντας να υποχρεωθεί η τελευταία στην καταβολή ποσού ύψους 500 000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό που η ενάγουσα είχε καταβάλει, ως ασφαλίστρια αστικής ευθύνης των Nippon Nederland και Nippon Euro, προς αποκατάσταση της ζημίας που είχε υποστεί η Canon (στο εξής: αγωγή εξ αναγωγής).   Εντούτοις, στις 21 Ιανουαρίου 2009, ήτοι ενάμιση και πλέον έτος πριν από την άσκηση της προαναφερθείσας αγωγής εξ αναγωγής, είχε εκδοθεί απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αρνητική αναγνωριστική αγωγή της Inter-Zuid Transport κατά της Nippon Nederland και της Nippon Euro όσον αφορά τα ίδια πραγματικά περιστατικά (στο εξής: αρνητική αναγνωριστική απόφαση). Κατά την απόφαση αυτή, την οποία εξέδωσε το Rechtbank te Haarlem (Κάτω Χώρες) και απέκτησε ισχύ δεδικασμένου από τον Νοέμβριο του 2010, η Inter-Zuid Transport ευθύνεται για τη ζημία μόνον μέχρι του ανώτατου ποσού ευθύνης που ορίζει το άρθρο 23 της CMR.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landgericht Krefeld αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: «1)      Αντιβαίνει στο άρθρο 71 του κανονισμού [44/2001] η ερμηνεία διεθνούς συμβάσεως κατά τρόπο αποκλειστικά αυτοτελή ή πρέπει κατά την εφαρμογή μιας τέτοιας διεθνούς συμβάσεως να συνεκτιμώνται και οι σκοποί και οι αρχές του κανονισμού; 2)      Αντιβαίνει στο άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001 η ερμηνεία διεθνούς συμβάσεως, βάσει της οποίας αναγνωριστική αγωγή που εκδικάστηκε σε ένα κράτος μέλος δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη άσκηση καταψηφιστικής αγωγής σε άλλο κράτος μέλος, ενώ η σύμβαση αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί επίσης κατά τρόπο σύμφωνο με το άρθρο 27 του κανονισμού 44/2001;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Το Δικαστήριο  έχει κρίνει ότι, μολονότι δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 71 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει, όσον αφορά τα θέματα που ρυθμίζονται από ειδικές συμβάσεις, όπως η CMR, την εφαρμογή των συμβάσεων αυτών, εντούτοις η εφαρμογή αυτή δεν μπορεί να θίγει τις αρχές στις οποίες στηρίζεται η δικαστική συνεργασία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εντός της Ένωσης, όπως είναι οι διαλαμβανόμενες στις αιτιολογικές σκέψεις 6, 11, 12, 15, έως 17 του ίδιου κανονισμού αρχές(βλ. απόφαση TNT Express Nederland, σκέψη 49).  Επομένως, το άρθρο αυτό δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, σε τομέα που καλύπτεται από τον κανονισμό αυτόν, όπως είναι η οδική μεταφορά εμπορευμάτων, μια ειδική συμφωνία, όπως η CMR, μπορεί να οδηγεί σε αποτελέσματα τα οποία είναι λιγότερα ευνοϊκά για την υλοποίηση της καλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς απ’ ό,τι αυτά στα οποία καταλήγουν οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού (απόφαση TNT Express Nederland, σκέψη 51). Κατά συνέπεια, οι κρίσιμες διατάξεις της CMR μπορούν να εφαρμόζονται εντός της Ένωσης μόνον αν καθιστούν δυνατή τη συμμόρφωση προς τους σκοπούς της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην απονομή της δικαιοσύνης εντός της Ένωσης, υπό συνθήκες τουλάχιστον εξίσου ευνοϊκές με αυτές που προκύπτουν από την εφαρμογή του κανονισμού 44/2001 (βλ., απόφαση TNT Express Nederland, σκέψη 55).
Περαιτέρω το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν το άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ερμηνεία του άρθρου 31, παράγραφος 2, της CMR, βάσει της οποίας αρνητική αναγνωριστική αγωγή που ασκείται σε κράτος μέλος ή αρνητική αναγνωριστική απόφαση που εκδίδεται στο κράτος αυτό δεν έχουν το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία με αγωγή εξ αναγωγής που ασκείται σε άλλο κράτος μέλος μεταξύ των ίδιων διαδίκων ή των διαδόχων τους και αφορά την ίδια ζημία. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 27 του κανονισμού 44/2001, η αγωγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος ευθύνεται για ορισμένη ζημία και να υποχρεωθεί συναφώς στην καταβολή αποζημιώσεως, όπως η αγωγή εξ αναγωγής στην υπόθεση της κύριας δίκης, έχει την ίδια αιτία και το ίδιο αντικείμενο με προγενέστερη αγωγή την οποία έχει ασκήσει ο εναγόμενος αυτός με αίτημα να αναγνωριστεί ότι δεν ευθύνεται για την εν λόγω ζημία (βλ., απόφαση Tatry, σκέψη 45, καθώς και Folien Fischer και Fofitec, σκέψη 49). Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τυχόν ερμηνεία της συγκεκριμένης διατάξεως της CMR υπό την έννοια ότι η προαναφερθείσα αγωγή και απόφαση δεν έχουν την ίδια αιτία και το ίδιο αντικείμενο δεν θα μπορούσε να διασφαλίσει, υπό συνθήκες τουλάχιστον εξίσου ευνοϊκές με αυτές που προκύπτουν από την εφαρμογή του κανονισμού 44/2001, τη συμμόρφωση προς τον σκοπό της ελαχιστοποιήσεως του κινδύνου παράλληλης εκδικάσεως μιας υποθέσεως, ο οποίος είναι, όπως υπενθυμίσθηκε στη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως, ένας από τους σκοπούς και τις αρχές στις οποίες στηρίζεται η δικαστική συνεργασία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εντός της Ένωσης. Συναφώς, στερείται σημασίας το γεγονός ότι η απόφαση του Rechtbank te Haarlem απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, λίγο μετά την άσκηση της αγωγής εξ αναγωγής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ήτοι τον Νοέμβριο του 2010, βάσει της αποφάσεως περί παραπομπής ή, όπως υποστήριξε η DTC κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, την 1η Μαρτίου 2011.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
1)      Το άρθρο 71 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ερμηνεία διεθνούς συμβάσεως που δεν διασφαλίζει, υπό συνθήκες τουλάχιστον εξίσου ευνοϊκές με αυτές που προκύπτουν από την εφαρμογή του προαναφερθέντος κανονισμού, τη συμμόρφωση προς τους σκοπούς και τις αρχές του εν λόγω κανονισμού. 2)      Το άρθρο 71 του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ερμηνεία του άρθρου 31, παράγραφος 2, της Συμβάσεως περί του συμβολαίου για τη διεθνή οδική μεταφορά εμπορευμάτων, που υπεγράφη στη Γενεύη στις 19 Μαΐου 1956, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο που συνήφθη στη Γενεύη στις 5 Ιουλίου 1978, βάσει της οποίας αρνητική αναγνωριστική αγωγή που ασκείται σε κράτος μέλος ή αρνητική αναγνωριστική απόφαση που εκδίδεται σε αυτό δεν έχουν το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία με αγωγή εξ αναγωγής η οποία ασκείται σε άλλο κράτος μέλος μεταξύ των ίδιων διαδίκων ή των διαδόχων τους και αφορά την ίδια ζημία.

Απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Οκτωβρίου 2013 στην υπόθεση C‑218/12,με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Landgericht Saarbrücken (Γερμανία). Άρθρο 15 Κανονισμού 44/2001.
Εισαγωγικώς επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει ήδη, με την απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, C‑190/11, Mühlleitner, απαντήσει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα το οποίο τέθηκε από το αιτούν δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση, καταλήγοντας ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι δεν απαιτείται η σύμβαση μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία να έχει συναφθεί εξ αποστάσεως. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικώς το πρώτο ερώτημα. Συναφώς διαπιστώνεται, πρώτον, ότι το ίδιο το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 44/2001 δεν θέτει ρητώς ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του την ύπαρξη τέτοιας αιτιώδους συνάφειας.  Πράγματι, όπως προκύπτει από το γράμμα της, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όταν συντρέχουν δύο ειδικές προϋποθέσεις. Αφενός, ο έμπορος είτε να ασκεί τις εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητές του εντός του κράτους μέλους της κατοικίας του καταναλωτή είτε να κατευθύνει, με οποιοδήποτε μέσο, τις δραστηριότητες αυτές στο συγκεκριμένο κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, περιλαμβανομένου και του κράτους μέλους της κατοικίας του καταναλωτή και, αφετέρου, η επίδικη σύμβαση να συνδέεται με τις οικείες δραστηριότητες.   Όσον αφορά την τελεολογική ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 44/2001, παρατηρείται ότι η προσθήκη μιας τέτοιας σιωπηρής προϋποθέσεως περί υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας, θα αντέβαινε στον σκοπό της εν λόγω διατάξεως, ήτοι στην προστασία των καταναλωτών, που θεωρούνται το πιο αδύναμο από τα δύο μέρη στις συμβάσεις τους με τους επαγγελματίες.      Συγκεκριμένα, όπως ισχυρίζεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και όπως σημείωσε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 25 των προτάσεών του, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απαίτηση να έχει επισκεφθεί προηγουμένως ο καταναλωτής τον σχετικό ιστότοπο στο διαδίκτυο ενδέχεται να δημιουργήσει προβλήματα σε επίπεδο αποδείξεως, ιδίως σε περίπτωση που, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, η σύμβαση δεν έχει συναφθεί εξ αποστάσεως μέσω του ιστοτόπου. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι δυσχέρειες οι οποίες συνδέονται με την απόδειξη της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του μέσου, ήτοι του διαδικτυακού ιστοτόπου, που χρησιμοποιήθηκε προς στόχευση της δραστηριότητας σε συγκεκριμένη αγορά και της συνάψεως συμβάσεως θα μπορούσαν κάλλιστα να αποθαρρύνουν τους καταναλωτές από την άσκηση αγωγών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δυνάμει των άρθρων 15 και 16 του κανονισμού 44/2001 και θα αποδυνάμωναν την επιδιωκόμενη με τις εν λόγω διατάξεις προστασία των καταναλωτών. Πλην όμως πρέπει να γίνει δεκτό ότι αποτελεί ικανή ένδειξη που μπορεί να ληφθεί υπόψη από τον εθνικό δικαστή κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν η οικεία δραστηριότητα πράγματι κατευθύνεται στο κράτος μέλος της κατοικίας του καταναλωτή.   Έτσι, προς αποφυγή της επεκτάσεως του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 44/2001, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτιώδης συνάφεια για την οποία γίνεται λόγος στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να θεωρηθεί ως ένδειξη ότι υπάρχει «δραστηριότητα κατευθυνόμενη» σε συγκεκριμένο κράτος μέλος, όπως και η μακρόθεν επικοινωνία που καταλήγει σε συμβατική δέσμευση του καταναλωτή, έστω εξ αποστάσεως.Το γεγονός ότι ο έμπορος έχει, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, την έδρα του σε κράτος μέλος, αλλά πλησίον των συνόρων με άλλο κράτος μέλος, και πιο συγκεκριμένα σε ένα αστικό συγκρότημα το οποίο εκτείνεται εκατέρωθεν των ως άνω συνόρων, καθώς και ότι χρησιμοποιεί αριθμό τηλεφώνου του δεύτερου κράτους μέλους, θέτοντάς τον στη διάθεση των πελατών του που είναι εγκατεστημένοι στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος προκειμένου να μην τους υποβάλει στα έξοδα μιας διεθνούς κλήσεως, ενδέχεται επίσης να συνιστά ένδειξη ότι η δραστηριότητά του «κατευθύνεται» στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.  Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι δεν απαιτεί την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ, αφενός, του μέσου που χρησιμοποιείται προκειμένου η επαγγελματική ή εμπορική δραστηριότητα να κατευθυνθεί στο κράτος μέλος της κατοικίας του καταναλωτή, όπως είναι, παραδείγματος χάρη, ένας ιστότοπος στο διαδίκτυο, και, αφετέρου, της συνάψεως της συμβάσεως με τον εν λόγω καταναλωτή. Πάντως, η ύπαρξη τέτοιας συνάφειας αποτελεί ένδειξη ότι η οικεία σύμβαση συνδέεται με την ως άνω δραστηριότητα.

Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 3ης Οκτωβρίου 2013 στην υπόθεση C‑386/12, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Sofiyski gradski sad (Βουλγαρία). Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 22, σημείο 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001.
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας εκουσίας δικαιοδοσίας που κινήθηκε κατόπιν αιτήσεως του S. J. Schneider, Ούγγρου υπηκόου, ο οποίος τελεί υπό επιτροπεία, προκειμένου να του δοθεί άδεια να μεταβιβάσει ακίνητο ιδιοκτησίας του που βρίσκεται στη Βουλγαρία.     Ο S. J. Schneider, ενεργώντας με τη συγκατάθεση του επιτρόπου του, υπέβαλε αίτηση ενώπιον του Sofiyski rayonen sad (περιφερειακό δικαστήριο της Σόφιας) ζητώντας άδεια να μεταβιβάσει το μερίδιο που του ανήκει από το εν λόγω ακίνητο. Το Sofiyski gradski sad, εκτιμώντας ότι από το άρθρο 22, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 δεν προκύπτει με σαφήνεια αν η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή σε εκούσιες διαδικασίες, όπως η εκκρεμούσα ενώπιόν του, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα.   Όλα τα κράτη μέλη που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρούν ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Εξάλλου, εκτιμούν ότι διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, υπάγεται στην περίπτωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001 που αφορά την ικανότητα των φυσικών προσώπων. Προς διασφάλιση, κατά το μέτρο του δυνατού, της ισότητας και της ομοιομορφίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τον κανονισμό 44/2001 για τα κράτη μέλη και για τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ο όρος «προσωπική κατάσταση και ικανότητα των φυσικών προσώπων», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού αυτού, πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς. Η αίτηση προσώπου που έχει τεθεί υπό επιτροπεία, με την οποία ζητείται άδεια για να μεταβιβάσει ακίνητο του οποίου είναι κύριος, όπως η αίτηση που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, είναι αίτηση που αφορά ευθέως την ικανότητα του οικείου φυσικού προσώπου, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001. Συγκεκριμένα, το ότι απαιτείται άδεια της δικαστικής αρχής για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση ακινήτων που ανήκουν σε πρόσωπα υπό επιτροπεία αποτελεί την άμεση συνέπεια της ελλείψεως ικανότητας προς δικαιοπραξία των προσώπων αυτών λόγω του μέτρου προστασίας που ελήφθη υπέρ αυτών και αφορά την τέλεση των εν λόγω πράξεων.   Συγκεκριμένα, όπως ορθώς προβάλλουν η Γερμανική και η Ουγγρική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή, με τη διαδικασία αυτή δεν επιδιώκεται ο καθορισμός της εκτάσεως, της συστάσεως, της κυριότητας και της νομής ακινήτων ούτε, εξάλλου, επιδιώκεται να διασφαλιστεί στο τεθέν υπό επιτροπεία πρόσωπο, που είναι κύριος του εν λόγω ακινήτου, η προστασία των προνομίων που απορρέουν από την κυριότητα. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, μοναδικό αντικείμενο της διαδικασίας είναι να καθοριστεί αν η μεταβίβαση του ακινήτου είναι προς το συμφέρον του κηρυχθέντος σε κατάσταση μερικής αδυναμίας προσώπου, χωρίς να αμφισβητείται αυτό καθαυτό το εμπράγματο δικαίωμά του επί του ακινήτου. Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 44/2001, και ιδίως το άρθρο 22, σημείο 1, έχει την έννοια ότι δεν έχει εφαρμογή σε διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας που κινήθηκε με αίτηση υπηκόου κράτους μέλους, ο οποίος κηρύχθηκε σε κατάσταση μερικής αδυναμίας κατόπιν της θέσεώς του υπό επιτροπεία σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού, ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους, με την οποία ζητείται άδεια για την πώληση ενός εξ αδιαιρέτου μεριδίου, του οποίου έχει την κυριότητα, επί ακινήτου που βρίσκεται στο άλλο κράτος μέλος, καθόσον η διαδικασία αυτή εμπίπτει στην «ικανότητα των φυσικών προσώπων», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του εν λόγω κανονισμού, η οποία εξαιρείται από το καθ’ ύλη πεδίο εφαρμογής του.

Απόφαση του Δικαστηρίου (ΔΕΕ- τέταρτο τμήμα) της 26ης Σεπτεμβρίου 2013 στην υπόθεση C‑157/12,με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το   που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Γερμανία).
 Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 34, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του και η περίπτωση των ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων που έχουν εκδοθεί από δικαστήρια του ιδίου κράτους μέλους. Όσον αφορά ειδικότερα τον λόγο απορρίψεως αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας ο οποίος στηρίζεται στο ότι δύο αποφάσεις είναι μεταξύ τους ασυμβίβαστες, από το γράμμα του άρθρου 34, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001, ερμηνευόμενο με γνώμονα την έννοια της «αποφάσεως» κατά το άρθρο 32 του κανονισμού αυτού, συνάγεται ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 42 των προτάσεών του, το προμνημονευθέν άρθρο 34, σημείο 4, πρέπει να νοηθεί ως ορίζον ότι «απόφαση [την οποία εξέδωσε δικαστήριο κράτους μέλους] δεν αναγνωρίζεται […] αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε προγενέστερα σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος».  Επομένως, η περίπτωση την οποία αφορά το ως άνω άρθρο 34, σημείο 4, είναι αυτή κατά την οποία οι ασυμβίβαστες μεταξύ τους αποφάσεις έχουν εκδοθεί σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη. Η ερμηνεία του άρθρου 34, σημείο 4, του κανονισμού αυτού, κατά την οποία η εν λόγω διάταξη αφορά και τις συγκρούσεις μεταξύ δύο αποφάσεων που έχουν εκδοθεί εντός του ιδίου κράτους μέλους, αντιβαίνει στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης που μνημονεύθηκε στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως. Η ερμηνεία αυτή θα καθιστούσε, συγκεκριμένα, δυνατό στα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο ζητείται η κήρυξη της εκτελεστότητας να αντικαθιστούν την εκτίμηση των δικαστηρίων του κράτους μέλους εκδόσεως των αποφάσεων με τη δική τους. Πράγματι, οσάκις η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη μετά το πέρας της διαδικασίας στο κράτος μέλος εκδόσεώς της, η μη εκτέλεσή της για τον λόγο ότι είναι ασυμβίβαστη με άλλη απόφαση που έχει εκδοθεί στο ίδιο κράτος μέλος θα ισοδυναμούσε με επί της ουσίας αναθεώρηση της αποφάσεως της οποίας ζητείται η εκτέλεση, κάτι το οποίο, όμως, αποκλείεται ρητώς βάσει του άρθρου 45, παράγραφος 2, του κανονισμού 44/2001.Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 34, σημείο 4, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του η περίπτωση ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων που έχουν εκδοθεί από δικαστήρια του ιδίου κράτους μέλους.

Απόφαση ΔΕΕ C– 49/12 – 12/09/2013 με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Østre Landsret (Δανία) αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 12, σ. 1).
Το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα απασχόλησε το Δικαστήριο: «Έχει το άρθρο 44 του κανονισμού 44/2001 […] την έννοια ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτει η περίπτωση στην οποία οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους έχουν ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως κατά επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων εγκατεστημένων σε άλλο κράτος μέλος υποστηρίζοντας ότι, βάσει όσων προβλέπονται στο δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, σε βάρος των αρχών αυτών διαπράχθηκε το αδίκημα της παράνομης συμφωνίας με σκοπό την απάτη (tortious conspiracy to defraud) λόγω συμμετοχής των εναγομένων σε ενέργειες για τη μη απόδοση του ΦΠΑ που οφειλόταν σε αυτό το κράτος μέλος;»

Το Δικαστήριο προέβη στην εξής συλλογιστική: το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 44/2001, όπως και εκείνο της Συμβάσεως των Βρυξελλών, περιορίζεται στην έννοια «αστικές και εμπορικές υποθέσεις». Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το ως άνω πεδίο εφαρμογής οριοθετείται ουσιαστικά από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη φύση των εννόμων σχέσεων μεταξύ των διαδίκων ή το αντικείμενο της διαφοράς. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, καίτοι ορισμένες διαφορές μεταξύ δημόσιας αρχής και ιδιώτη ενδέχεται να εμπίπτουν στην εν λόγω έννοια, τούτο δεν ισχύει οσάκις η δημόσια αρχή ενεργεί κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας. Διαπιστώνεται συναφώς ότι η πραγματική βάση του αιτήματος του οποίου έχει επιληφθεί το ως άνω δικαστήριο συνίσταται στις φερόμενες ως απάτη ενέργειες της Sunico και των λοιπών εναγόμενων ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου κατοίκων αλλοδαπής.    Όσον αφορά τη νομική βάση του αιτήματος των Commissioners, η αγωγή των Commissioners κατά της Sunico στηρίζεται όχι στη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου περί ΦΠΑ, αλλά στην προβαλλόμενη συμμετοχή της Sunico σε παράνομη οργανωμένη συμφωνία με σκοπό την απάτη, η οποία εμπίπτει στο δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους περί αδικοπρακτικής ευθύνης.  Όπως επισήμαναν η Επιτροπή και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, οι Commissioners, στο πλαίσιο της ανωτέρω έννομης σχέσεως, δεν ασκούν εξουσίες που να παρεκκλίνουν από τους κανόνες που ισχύουν για τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών.  Επομένως, η έννομη σχέση μεταξύ των Commissioners και της Sunico δεν αποτελεί έννομη σχέση στηριζόμενη στο δημόσιο δίκαιο, εν προκειμένω στο φορολογικό δίκαιο, η οποία να συνεπάγεται την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Τέλος δεν προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του High Court of Justice, οι Commissioners χρησιμοποίησαν αποδεικτικά στοιχεία που αποκτήθηκαν μέσω των προνομίων δημόσιας εξουσίας που αυτοί διαθέτουν. Κατόπιν των ανωτέρω, στο προδικαστικό ερώτημα δόθηκε η απάντηση ότι η έννοια «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, πρέπει να ερμηνεύεται ως καλύπτουσα αγωγή με την οποία μια δημόσια αρχή κράτους μέλους προβάλλει έναντι φυσικών και νομικών προσώπων εγκατεστημένων σε άλλο κράτος μέλος αξίωση αποζημιώσεως προς αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από παράνομη οργανωμένη συμφωνία με σκοπό την απάτη περί τον ΦΠΑ ο οποίος οφείλεται στο πρώτο κράτος μέλος.

Απόφαση ΔΕΕ C147/12 – 18/07/2013 με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Hovrätten för Nedre Norrland (Σουηδία) αναφορικά με την ερμηνεία του  άρθρο 5, σημεία 1 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001.
Στις 18/07/2013 εκδόθηκε η απόφαση C‑147/12. Επτά ήταν τα ερωτήματα που απασχόλησαν το Δικαστήριο. «1)  Έχει το άρθρο 5, σημεία 1 και 3, του κανονισμού […] 44/2001 […] την έννοια ότι εισάγει γενική παρέκκλιση από τον βασικό κανόνα του άρθρου 2 σε περίπτωση αγωγών αποζημιώσεως; ……7) Αν το άρθρο 5, σημείο 1 ή 3, του κανονισμού [44/2001] έχει εφαρμογή σε μια από τις προπεριγραφείσες καταστάσεις, έχει σημασία για την εφαρμογή του το αν μια απαίτηση έχει εκχωρηθεί από τον αρχικό πιστωτή σε τρίτον;»

Το Δικαστήριο προέβη στην εξής συλλογιστική: υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 44/2001 εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού μόνον τις αγωγές που απορρέουν άμεσα από διαδικασία αφερεγγυότητας και συνδέονται στενά με αυτή. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο και στο τρίτο ερώτημα, επισημαίνεται, αφενός, ότι, κατά πάγια νομολογία, οι όροι «διαφορές εκ συμβάσεως» και «ενοχές εξ αδικοπραξίας», υπό την έννοια του άρθρου 5, σημεία 1, στοιχείο α΄, και 3, του κανονισμού 44/2001, πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς, με γνώμονα κυρίως το σύστημα και τους σκοπούς του κανονισμού αυτού. Κατα πάγια νομολογία, η έννοια της «ενοχής εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας», κατά το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, καλύπτει οποιαδήποτε αξίωση θέτει ζήτημα ευθύνης του εναγομένου και δεν αφορά «διαφορές εκ συμβάσεως», κατά το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού αυτού. Συναφώς, επισημαίνεται ότι η έννοια των «διαφορών εκ συμβάσεως», κατά το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001, δεν είναι δυνατό να νοηθεί ως αφορώσα μια κατάσταση στην οποία δεν υφίσταται δέσμευση την οποία συμβαλλόμενος ανέλαβε ελεύθερα έναντι του αντισυμβαλλομένου του. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή του περιεχομένου στο άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, κανόνα ειδικής δικαιοδοσίας για τις διαφορές εκ συμβάσεως προϋποθέτει τον προσδιορισμό νομικής υποχρεώσεως την οποία ένα πρόσωπο ανέλαβε ελεύθερα έναντι άλλου προσώπου και στην οποία στηρίζεται η αγωγή. Όπως προκύπτει επίσης από την απόφαση περί παραπομπής, οι εν λόγω αγωγές δεν στηρίζονται σε δέσμευση την οποία συμβαλλόμενος ανέλαβε ελεύθερα έναντι του αντισυμβαλλομένου του. Εν προκειμένω, οι αγωγές αυτές σκοπούν ως εκ τούτου στην αποκατάσταση της ζημίας που απορρέει από το ότι η Toréns και η Kakelmässan πραγματοποίησαν εργασίες για την Copperhill χωρίς να είναι σε θέση, στη συνέχεια, να εισπράξουν τα πλήρη ποσά τα οποία όφειλε η τελευταία αυτή εταιρία για τις εν λόγω εργασίες.Συνεπώς, οι επίμαχες στην κύρια δίκη αγωγές, χωρίς να προδικάζεται ο χαρακτηρισμός άλλων αγωγών που θα μπορούσαν να ασκηθούν κατά μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή μετόχου μιας εταιρίας, εμπίπτουν στο άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο, στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι όροι «ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχουν την έννοια ότι καλύπτουν τις αγωγές, όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, τις οποίες ασκεί ο πιστωτής μιας μετοχικής εταιρίας με αίτημα να κριθούν υπεύθυνοι για τις οφειλές της εταιρίας αυτής, αφενός, ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω εταιρίας και, αφετέρου, ένας μέτοχος αυτής, δεδομένου ότι επέτρεψαν στην εν λόγω εταιρία να εξακολουθήσει να λειτουργεί ενώ δεν διέθετε αρκετά κεφάλαια και όφειλε να τεθεί υπό εκκαθάριση. Όσον αφορά τις επίμαχες στην κύρια δίκη αγωγές, ασκηθείσες από τους πιστωτές μετοχικής εταιρίας κατά του μέλους του διοικητικού συμβουλίου και του κυρίου μετόχου της εταιρίας αυτής, λόγω του ότι αμέλησαν να τηρήσουν τις εκ του νόμου υποχρεώσεις τους όσον αφορά την εν λόγω εταιρία, ο τόπος όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός πρέπει να παρουσιάζει τόσο για τους ενάγοντες όσο και για τους εναγομένους υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας. Ομοίως, υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να υπάρχει, από πλευράς ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής οργανώσεως της δίκης, ιδιαιτέρως στενός σύνδεσμος μεταξύ των αγωγών που ασκήθηκαν και του εν λόγω τόπου. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, σε κατάσταση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, στην οποία εκδικάζονται αγωγές στηριζόμενες στον ισχυρισμό ότι το μέλος του διοικητικού συμβουλίου και ο κύριος μέτοχος της Copperhill δεν τήρησαν τις εκ του νόμου υποχρεώσεις τους όσον αφορά τον έλεγχο της οικονομικής καταστάσεως της εταιρίας αυτής και την εκ μέρους της συνέχιση της δραστηριότητάς της, ενώ δεν διέθετε αρκετά κεφάλαια και όφειλε να τεθεί υπό εκκαθάριση, αυτό που έχει σημασία δεν είναι η οικονομική κατάσταση ή η δραστηριότητα της εν λόγω εταιρίας, αλλά το συμπέρασμα που πρέπει να αντληθεί από την ενδεχόμενη παράλειψη ασκήσεως του ελέγχου που όφειλαν να ασκήσουν το μέλος του διοικητικού συμβουλίου και ο μέτοχος. Από την κατατεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία προκύπτει ότι, το διάστημα κατά το οποίο επήλθαν τα επίδικα πραγματικά περιστατικά , η Copperhill είχε την έδρα της στον Δήμο Åre, ο οποίος υπάγεται στη δικαιοδοσία του Östersunds tingsrätt, όπου η εταιρία αυτή ασκούσε κατά την περίοδο εκείνη τη δραστηριότητά της και όπου ανήγειρε ξενοδοχείο. Υπό τις συνθήκες αυτές, φαίνεται ότι οι ασκηθείσες δραστηριότητες καθώς και η σχετική με τις δραστηριότητες αυτές οικονομική κατάσταση συνδέονται με τον τόπο αυτόν. Εν πάση περιπτώσει, τα στοιχεία για την οικονομική κατάσταση και τη δραστηριότητα της εταιρίας αυτής, τα οποία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων διαχειρίσεως τις οποίες υπέχουν το μέλος του διοικητικού συμβουλίου και ο μέτοχος, έπρεπε να είναι διαθέσιμα στον τόπο αυτόν. Το ίδιο ισχύει για τα στοιχεία που αφορούν την προβαλλόμενη μη εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεων. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να ελέγξει την ακρίβεια των στοιχείων αυτών. Τέλος επισημαίνεται ότι, αν γινόταν δεκτό ότι μια εκχώρηση απαιτήσεων, στην οποία προέβη ο αρχικός πιστωτής, μπορεί να επηρεάσει τον καθορισμό του δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία, υπό την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, τούτο θα αντέβαινε επίσης σε έναν από τους σκοπούς του κανονισμού αυτού, τον οποίο υπενθυμίζει η σκέψη 11 του εν λόγω κανονισμού, κατά την οποία οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας.  Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο έβδομο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το γεγονός ότι η επίμαχη απαίτηση εκχωρήθηκε από τον αρχικό πιστωτή σε τρίτον δεν επηρεάζει, υπό συνθήκες όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, τον καθορισμό του δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία, δυνάμει του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001.

Απόφαση ΔΕΕ C‑228/11 – 16 Μαϊου 2013 -με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Landgericht Düsseldorf (Γερμανία) αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001.
Στις 16 Μαϊου 2013 εκδόθηκε η απόφαση C‑228/11, ένα ήταν το προδικαστικό ερώτημα που απασχόλησε το Δικαστήριο, ειδικότερα αν κατά τον καθορισμό της κατά τόπον αρμοδιότητας σε διαφορές εξ αδικοπραξίας δυνάμει του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, επιτρέπεται, για τον προσδιορισμό του τόπου επέλευσης του ζημιογόνου γεγονότος στην περίπτωση διασυνοριακής συμμετοχής περισσοτέρων σε παράνομη και υπαίτια πράξη, η εναλλακτική σύνδεση με τον τόπο όπου άλλος από τους συμμετόχους τέλεσε τη ζημιογόνο πράξη;

Το Δικαστήριο προέβη στην εξής συλλογιστική : Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι επιτρέπει την απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας, βάσει του τόπου επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος που καταλογίζεται σε έναν από τους φερόμενους ως υπαίτιους της ζημίας ο οποίος όμως δεν αποτελεί διάδικο της διαφοράς, ως προς έτερο φερόμενο ως υπαίτιο της ίδιας ζημίας ο οποίος δεν ενήργησε εντός της κατά τόπον αρμοδιότητας του επιληφθέντος δικαστηρίου. το μέτρο που η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός συνιστά κανόνα ειδικής δωσιδικίας, χρήζει στενής ερμηνείας με αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται ερμηνεία που να βαίνει πέραν των περιπτώσεων που ρητώς προβλέπει ο κανονισμός 44/2001. Εντούτοις, τούτο δεν αναιρεί το γεγονός ότι η φράση «τόπος όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός» του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 αφορά τόσο τον τόπο επελεύσεως της ζημίας όσο και τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, οπότε ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί, κατ’ επιλογή του ενάγοντος, ενώπιον του δικαστηρίου που έχει την έδρα του στον ένα ή στον άλλο από τους δύο αυτούς τόπους. Tο υποβληθέν ερώτημα αφορά όχι τον προσδιορισμό του τόπου επέλευσης της ζημίας αλλά, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 40 των προτάσεών του, την ερμηνεία της έννοιας «τόπος του γενεσιουργού της ζημίας γεγονότος» σε περίπτωση κατά την οποία το εναγόμενο ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου νομικό πρόσωπο αντλεί την παθητική νομιμοποίησή του από πράξη που φέρεται ότι τέλεσε εντός της περιφέρειας του εν λόγω δικαστηρίου τρίτος και όχι το ίδιο. Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιληφθέν δικαστήριο πρέπει, για να μπορέσει να κρίνει ότι είναι αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001, να προσδιορίσει τον λόγο για τον οποίο πρέπει παρά ταύτα να θεωρηθεί ότι το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός επήλθε εντός της περιφέρειάς του. Τούτο όμως απαιτεί, ήδη κατά το στάδιο εξετάσεως της αρμοδιότητας, εκτίμηση ανάλογη με την πραγματοποιούμενη στο πλαίσιο εξετάσεως της ουσίας της διαφοράς. Συγκεκριμένα, τίθεται μεταξύ άλλων το ερώτημα υπό ποιες συνθήκες, σε περίπτωση συναυτουργίας, μπορεί να γίνει δεκτός ο καταλογισμός των πράξεων ενός από τους συναυτουργούς στους υπόλοιπους προκειμένου να καταστεί δυνατόν να εναχθούν οι τελευταίοι ενώπιον του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου τελέσθηκαν οι πράξεις αυτές. Ελλείψει όμως νομικής έννοιας κοινής στις εθνικές έννομες τάξεις και στην Ευρωπαϊκή Ένωση που να επιτρέπει τέτοιον καταλογισμό, είναι αναμενόμενο το επιληφθέν δικαστήριο να ανάγεται στις έννοιες του εθνικού του δικαίου. Όμως λύση συνιστάμενη στην εξάρτηση του προσδιορισμού του στοιχείου σύνδεσης από κριτήρια εκτιμήσεως αναγόμενα στο εθνικό ουσιαστικό δίκαιο προσκρούει στον σκοπό της ασφάλειας δικαίου, δεδομένου ότι οι πράξεις που τελεί ένα πρόσωπο εντός κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος μέλος του επιληφθέντος δικαστηρίου θα μπορούσαν, αναλόγως του εφαρμοστέου δικαίου, να χαρακτηριστούν ζημιογόνο γεγονός ή όχι στο πλαίσιο απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001. Συγκεκριμένα, η λύση αυτή δεν παρέχει στον εναγόμενο τη δυνατότητα να προβλέπει ευλόγως το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ενδέχεται να εναχθεί. Εκτός αυτού, στο μέτρο που η ανωτέρω λύση συνεπάγεται ότι ο φερόμενος ως υπαίτιος ζημίας θα μπορούσε, βάσει του κριτηρίου του τόπου επέλευσης του ζημιογόνου γεγονότος, να εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους στην περιφέρεια του οποίου ουδέποτε ανέπτυξε δραστηριότητα, βαίνει πέραν των περιπτώσεων που προβλέπει ρητώς ο εν λόγω κανονισμός και, κατά συνέπεια, είναι αντίθετη προς την οικονομία και τους σκοπούς του. Κατά συνέπεια, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα είναι ότι το άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει την απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας, βάσει του τόπου επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος που καταλογίζεται σε έναν από τους φερόμενους ως υπαίτιους της ζημίας ο οποίος όμως δεν αποτελεί διάδικο της διαφοράς, ως προς έτερο φερόμενο ως υπαίτιο της ίδιας ζημίας ο οποίος δεν ανέπτυξε δραστηριότητα εντός της περιφέρειας του επιληφθέντος δικαστηρίου. Έτσι δόθηκε η απάντηση πως το  άρθρο 5, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει την απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας, βάσει του τόπου επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος που καταλογίζεται σε έναν από τους φερόμενους ως υπαίτιους της ζημίας ο οποίος όμως δεν αποτελεί διάδικο της διαφοράς, ως προς έτερο φερόμενο υπαίτιο της ίδιας ζημίας ο οποίος δεν ενήργησε εντός της κατά τόπον αρμοδιότητας του επιληφθέντος δικαστηρίου.

Απόφαση ΔΕΕ C – 645/11 – 11 Απριλίου 2013 – Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Γερμανία) αφορά την ερμηνεία των άρθρων 1, παράγραφος 1, και 6, σημείο 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 .
Στις 11 Απριλίου 2013 εκδόθηκε η απόφαση C – 645/11 , τρία προδικαστικά ερωτήματα απασχόλησαν  το Δικαστήριο : 1.  Συνιστά αστική υπόθεση υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 η αξίωση για την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού και στην περίπτωση στην οποία μια δημόσια αρχή δίδει εντολή σε ένα ομόσπονδο κράτος να καταβάλει ως αποζημίωση  στον  ζημιωθέντα τμήμα του προϊόντος που προκύπτει από σύμβαση πωλήσεως ακινήτου, πλην όμως το ομόσπονδο κράτος καταβάλλει εκ παραδρομής σε αυτόν ολόκληρο το τίμημα της πωλήσεως; 2. Υφίσταται η απαιτούμενη κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 στενή συνάφεια μεταξύ πλειόνων αγωγών και στην περίπτωση στην οποία οι εναγόμενοι προβάλλουν πρόσθετες αξιώσεις για αποζημίωση, επί των οποίων δεν μπορεί να υπάρξει παρά ενιαία απόφανση; 3. Έχει το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 εφαρμογή και σε εναγόμενους οι οποίοι δεν έχουν την κατοικία τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση;

Επί του πρώτου ερωτήματος το Δικαστήριο προέβη στην εξής συλλογιστική : Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, καίτοι ορισμένες διαφορές μεταξύ δημόσιας αρχής και προσώπου ιδιωτικού δικαίου ενδέχεται να εμπίπτουν στην εν λόγω έννοια, τούτο δεν ισχύει οσάκις η δημόσια αρχή ενεργεί κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας,  προκειμένου, λοιπόν,  να καθοριστεί αν τούτο ισχύει σε μια διαφορά όπως αυτή της κύριας δίκης, πρέπει να εξεταστούν η βάση της ασκηθείσας αγωγής και ο τρόπος ασκήσεώς της. Στην υπό κρίση υπόθεση το δικαίωμα αποζημιώσεως από το οποίο προήλθε η αγωγή που ασκήθηκε στην κύρια δίκη στηρίζεται σε εθνικές διατάξεις που αφορούν την αποζημίωση των θυμάτων του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος, που είναι πανομοιότυπες για όλους τους ιδιοκτήτες ακινήτων που βαρύνονται με δικαιώματα αποδόσεως. Οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν την ίδια υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως, χωρίς να διακρίνουν αν ο ιδιοκτήτης του επιβαρυμένου ακινήτου είναι ιδιώτης ή κρατική οντότητα. Η διοικητική διαδικασία η οποία αφορά τα δικαιώματα αποζημιώσεως των ζημιωθέντων προσώπων είναι πανομοιότυπη ανεξάρτητα από την ιδιότητα του οικείου ιδιοκτήτη. Επιπλέον, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, ο εν λόγω ιδιοκτήτης, είτε είναι ιδιώτης είτε είναι δημόσια οντότητα, δεν έχει κανένα προνόμιο όσον αφορά την απόφαση περί καθορισμού των περί αποδόσεως δικαιωμάτων του ζημιωθέντος. Περαιτέρω, πρέπει να τονιστεί ότι η αγωγή της κύριας δίκης αφορά την αναζήτηση του υπερβάλλοντος ποσού που καταβλήθηκε εκ παραδρομής κατά την εκ μέρους του Land Berlin ικανοποίηση της περί καταβολής αξιώσεως των ζημιωθέντων προσώπων. Αφενός, όμως, η επιστροφή του υπερβάλλοντος αυτού ποσού δεν αποτελεί τμήμα της διοικητικής διαδικασίας που προβλέπουν ο Vermögensgesetz και ο Investitionsvorranggesetz. Αφετέρου, για την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος, ο ιδιοκτήτης, είτε πρόκειται για ιδιώτη είτε για δημόσια οντότητα, πρέπει να ασκήσει αγωγή κατά των ζημιωθέντων προσώπων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Ομοίως, η εν λόγω επιστροφή έχει ως νομική βάση τους κανόνες που προβλέπει το άρθρο 812, παράγραφος 1, του γερμανικού αστικού κώδικα περί της αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων που στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Έτσι δόθηκε η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι η έκφραση «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» καταλαμβάνει μια αγωγή προς επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων στην περίπτωση στην οποία ένας δημόσιος οργανισμός, δεδομένου ότι έλαβε εντολή, από δημόσια αρχή συσταθείσα με νόμο περί επανορθώσεως των διώξεων που άσκησε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, να καταβάλει σε ζημιωθέντα, ως αποζημίωση, τμήμα του προϊόντος της πωλήσεως ακινήτου, κατέβαλε εκ παραδρομής στο πρόσωπο αυτό το σύνολο του τιμήματος της πωλήσεως και, εν συνεχεία, ζητεί διά της δικαστικής οδού την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού.
Επί του δεύτερου ερωτήματος το Δικαστήριο προέβη στην εξής συλλογιστική : Όσον αφορά τον εν λόγω δεσμό συναφείας, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, για να μπορούν αποφάσεις να θεωρηθούν αντιφατικές, δεν αρκεί να υπάρχει απόκλιση όσον αφορά την επίλυση της διαφοράς, αλλά πρέπει επίσης η απόκλιση αυτή να εντάσσεται στο πλαίσιο της ίδιας πραγματικής και νομικής καταστάσεως. Aπό το γράμμα του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 δεν προκύπτει ότι η ταυτότητα των νομικών βάσεων των αγωγών που ασκήθηκαν κατά των διαφόρων εναγομένων συγκαταλέγεται μεταξύ των προϋποθέσεων που προβλέπονται για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής. Η ταυτότητα αυτή δεν αποτελεί παρά έναν κρίσιμο παράγοντα μεταξύ άλλων. Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι αγωγές της κύριας δίκης, που στηρίζονται στην αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων και, όσον αφορά τον ενδέκατο εναγόμενο, σε αδικοπραξία, καθώς και τα μέσα άμυνας που προέβαλαν κατά των αγωγών αυτών οι δέκα πρώτοι εναγόμενοι και τα οποία αντλούνται από πρόσθετα δικαιώματα αποζημιώσεως, έλκουν την καταγωγή τους από μια ενιαία, από νομικής απόψεως και από απόψεως πραγματικών περιστατικών, κατάσταση, ήτοι από το δικαίωμα αποζημιώσεως που αναγνωρίστηκε υπέρ των δέκα πρώτων εναγομένων της κύριας δίκης δυνάμει του Vermögensgesetz και του Investitionsvorranggesetz, καθώς και από το έμβασμα που εκ παραδρομής πραγματοποίησε το Land Berlin υπέρ των εναγομένων αυτών. Το ενιαίο της εκτιμήσεως αυτής υφίσταται έστω και αν η νομική βάση που προβάλλεται προς στήριξη της αγωγής κατά του ενδεκάτου εναγομένου της κύριας δίκης είναι διαφορετική από αυτή στην οποία στηρίζεται η αγωγή που ασκήθηκε κατά των δέκα πρώτων εναγομένων. Έτσι δόθηκε η απάντηση ότι το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι υφίσταται στενή συνάφεια, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μεταξύ των αγωγών που ασκήθηκαν κατά πλειόνων εναγομένων που κατοικούν στο έδαφος άλλων κρατών μελών στην περίπτωση στην οποία οι εναγόμενοι αυτοί, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, προβάλλουν πρόσθετα δικαιώματα αποζημιώσεως επί των οποίων είναι αναγκαίο να υπάρξει ενιαία απόφανση.
Eπί του τρίτου ερωτήματος το Δικαστήριο προέβη στην εξής συλλογιστική : Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να καθοριστεί αν η ύπαρξη της κατοικίας του συνεναγομένου στο έδαφος άλλου κράτους μέλους αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001.  Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι, όσον αφορά τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται, από το εισαγωγικό μέρος του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 προκύπτει ότι αυτό πρέπει να ερμηνευθεί από κοινού με το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο κάνει ρητή αναφορά στους εναγομένους που κατοικούν στο έδαφος της Ένωσης. Πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 περιέχει μια ρητή διάταξη η οποία ρυθμίζει εξαντλητικά το ζήτημα των προσώπων που κατοικούν εκτός του εδάφους της Ένωσης, προβλέποντας για τα πρόσωπα αυτά, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 9 του κανονισμού αυτού, ότι η δικαιοδοσία διέπεται εντός εκάστου κράτους μέλους από την εθνική νομοθεσία του κράτους αυτού, υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 22 και 23 του εν λόγω κανονισμού. Δεν αμφισβητείται όμως ότι καμία από τις δύο διατάξεις αυτές, οι οποίες αφορούν, αντιστοίχως, την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σε ορισμένους εξαντλητικά απαριθμούμενους τομείς και την παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας βάσει συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων, δεν έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης. Εντεύθεν προκύπτει ότι, προκειμένου να εναχθεί ένας συνεναγόμενος ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους βάσει του άρθρου 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, απαιτείται αυτός να κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Έτσι δόθηκε η απάντηση ότι το άρθρο 6, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι το άρθρο αυτό δεν δύναται να εφαρμοστεί σε εναγομένους οι οποίοι δεν κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους, όταν αυτοί ενάγονται στο πλαίσιο αγωγής ασκηθείσας κατά πλειόνων εναγομένων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται επίσης πρόσωπα που κατοικούν εντός της Ένωσης.

Απόφαση ΔΕΕ C-419/11 – 14ης Μαρτίου 2013 -Aίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, υποβληθείσα από το Městský soud v Praze (Τσεχική Δημοκρατία)
Στις 14 Μαρτίου 2013 εκδόθηκε η απόφαση C 419/11 ΔΕΕ (πρώτο τμήμα). Δύο προδικαστικά ερωτήματα τα οποία απασχόλησαν το Δικαστήριο : 1. Έχει η φράση “συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή”, η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού […], την έννοια ότι καταλαμβάνει επίσης τα δικαιώματα από γραμμάτιο σε διαταγή, που εκδόθηκε υπό ατελή μορφή, τα οποία ο δικαιούχος επικαλείται κατά του προσώπου που τριτεγγυήθηκε υπέρ του εκδότη το γραμμάτιο αυτό;
2. Ανεξαρτήτως του αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική ή αρνητική, έχει ο κατά το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού […] όρος “διαφορές εκ συμβάσεως” την έννοια ότι, με γνώμονα μόνο το περιεχόμενο αυτού καθ’ εαυτό του γραμματίου σε διαταγή, καταλαμβάνει επίσης τα δικαιώματα από γραμμάτιο σε διαταγή, που εκδόθηκε υπό ατελή μορφή, τα οποία ο δικαιούχος επικαλείται κατά του προσώπου που τριτεγγυήθηκε υπέρ του εκδότη το γραμμάτιο αυτό;»

Επί του πρώτου ερωτήματος το Δικαστήριο τόνισε πως η εφαρμογή του άρθρου 15 παρ.1 εξαρτάται από τρείς σωρευτικές προϋποθέσεις (σκέψη 30)  : α)  συμβαλλόμενο μέρος έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ο οποίος ενεργεί εντός πλαισίου δυναμένου να θεωρηθεί ξένο προς την επαγγελματική του δραστηριότητα, β) η σύμβαση μεταξύ ενός τέτοιου καταναλωτή και ενός επαγγελματία έχει όντως συναφθεί, γ) η σύμβαση αυτή ανήκει σε μία από τις κατηγορίες τις οποίες αφορά η παράγραφος 1, στοιχεία α΄ έως γ΄, του εν λόγω άρθρου 15. Στην προκειμένη περίπτωση το φυσικό πρόσωπο που τριτεγγυήθηκε υπέρ της εκδότριας (εταιρεία  Feichter) του γραμματίου εις διαταγήν ήταν διαχειριστής αυτής στην οποία είχε πλειοψηφική συμμετοχή (σκέψη 36). Έτσι δόθηκε η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι φυσικό πρόσωπο με στενούς επαγγελματικούς δεσμούς με εταιρία, όπως είναι η διαχείρισή της ή η πλειοψηφική συμμετοχή σε αυτήν, δεν δύναται να θεωρηθεί καταναλωτής κατά τη διάταξη αυτή όταν τριτεγγυάται γραμμάτιο σε διαταγή που εκδόθηκε ως εγγύηση των υποχρεώσεων που η εταιρία αυτή έχει βάσει συμβάσεως σχετικά με τη χορήγηση πιστώσεως.
Επί του δεύτερου ερωτήματος το Δικαστήριο διαχώρισε το ερώτημα σε δύο ζητήματα : αφενός, αν η έννομη σχέση μεταξύ του δικαιούχου και του τριτεγγυητή ενός γραμματίου σε διαταγή υπάγεται στην έννοια των «διαφορών εκ συμβάσεως» κατά το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001 και, αφετέρου, ποιο είναι το περιεχόμενο που πρέπει να δοθεί στην περιλαμβανόμενη στην εν λόγω διάταξη έννοια του «τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή», στην περίπτωση γραμματίου σε διαταγή που εκδόθηκε υπό ατελή μορφή και συμπληρώθηκε αργότερα (σκέψη 42). Σε σχέση με το πρώτο απεφάνθη πως το άρθρο 5, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 προϋποθέτει τον προσδιορισμό νομικής υποχρεώσεως την οποία ένα πρόσωπο ελεύθερα ανέλαβε έναντι άλλου προσώπου και στην οποία στηρίζεται η αγωγή (σκέψη 47). Στην υπόθεση της κύριας δίκης ο τριτεγγυητής, θέτοντας την υπογραφή του στο εμπρόσθιο μέρος του γραμματίου σε διαταγή, κάτω από τη μνεία «τριτεγγυητής», οικειοθελώς δέχθηκε να ενεργήσει ως εγγυητής των υποχρεώσεων του εκδότη. Το ότι η υπογραφή αυτή τέθηκε σε εν λευκώ γραμμάτιο σε διαταγή δεν δύναται να αναιρέσει τη διαπίστωση αυτή, υπογράφοντας τη συμφωνία σχετικά με την αναγραφή των στοιχείων που έλειπαν, ελεύθερα δέχθηκε τους όρους όσον αφορά τον τρόπο που θα συμπληρωνόταν αυτό το γραμμάτιο σε διαταγή από τον δικαιούχο με την αναγραφή σε αυτό των στοιχείων που έλειπαν (σκέψη 49). Κατά συνέπεια, η έννομη σχέση μεταξύ του δικαιούχου και του τριτεγγυητή γραμματίου σε διαταγή, το οποίο εκδόθηκε υπό ατελή μορφή και συμπληρώθηκε αργότερα, εμπίπτει στην έννοια των «διαφορών εκ συμβάσεως» κατά το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001. Σε σχέση με το δεύτερο ζήτημα έπρεπε να διευκρινιστεί η έννοια του «τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή» κατά την εν λόγω διάταξη καθώς το αιτούν δικαστήριο διερωτήθηκε ειδικά αν, για να καθορίσει τον τόπο αυτόν, οφείλει να λάβει υπόψη μόνο τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο γραμμάτιο σε διαταγή ή επίσης στοιχεία που περιέχονται στη συμφωνία σχετικά με την αναγραφή των στοιχείων που έλειπαν. Επί αυτού το Δικαστήριο απεφάνθη πως λαμβανομένου υπόψη του ότι ο τόπος εκπληρώσεως της επίμαχης στην κύρια δίκη παροχής αναγράφεται ρητώς στο γραμμάτιο σε διαταγή, το αιτούν δικαστήριο οφείλει, στο μέτρο που το εφαρμοστέο δίκαιο επιτρέπει αυτή την επιλογή τόπου εκπληρώσεως της παροχής, να λάβει υπόψη τον εν λόγω τόπο για να καθορίσει το δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 44/2001.

Απόφαση ΔΕΕ C-543/10 – 7ης  Φεβρουαρίου 2013 – Aίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, την οποία υπέβαλε το Cour de cassation (Γαλλία)
Στις 7 Φεβρουαρίου 2013 εκδόθηκε η απόφαση C 543/10 ΔΕΕ (πρώτο τμήμα). Δύο προδικαστικά ερωτήματα τα οποία απασχόλησαν το Δικαστήριο :
1. Παράγει τα αποτελέσματά της έναντι του μεταγοραστή η ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας που συνομολογήθηκε, επί διαδοχικών κοινοτικών συμβάσεων, μεταξύ του κατασκευαστή προϊόντος και του αγοραστή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23 του κανονισμού 44/2001, της 20ής Δεκεμβρίου 2000, και, σε καταφατική περίπτωση, υπό ποιες προϋποθέσεις;
2. (Επί του δεύτερου ερωτήματος το Δικαστήριο έκρινε λαμβανομένης υπόψην της απάντησης στο πρώτο πως η απάντηση παρέλκει.)

Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατά βάση αν το άρθρο 23 του κανονισμού έχει την έννοια ότι ρήτρα περί απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας περιλαμβανόμενη σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ του κατασκευαστή ενός προϊόντος και του αγοραστή αυτού μπορεί να αντιταχθεί στον τρίτο μεταγοραστή, ο οποίος, κατόπιν διαδοχής αλλεπάλληλων συμβάσεων περί μεταβιβάσεως κυριότητας συναφθεισών μεταξύ μερών εγκατεστημένων σε διαφορετικά κράτη μέλη, απέκτησε το εν λόγω προϊόν και προτίθεται να ασκήσει αγωγή κατά του κατασκευαστή λόγω ευθύνης του. Για τις προϋποθέσεις κύρους μιας ρήτρας περί απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας, το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού εξαγγέλλει κατ’ ουσίαν τυπικές προϋποθέσεις και αναφέρεται σε μία και μόνο ουσιαστική προϋπόθεση αφορώσα το αντικείμενο της ρήτρας, η οποία πρέπει να ανάγεται σε συγκεκριμένη έννομη σχέση. Άρα, όπως είναι διατυπωμένη η εν λόγω διάταξη, δεν διευκρινίζει αν ρήτρα περί απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας μπορεί να μεταβιβασθεί, πέραν του κύκλου των συμβαλλομένων σε συγκεκριμένη σύμβαση, και σε τρίτον, συμβαλλόμενο σε μεταγενέστερη σύμβαση και υπεισελθόντα εν όλω ή εν μέρει στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις ενός από τους συμβαλλομένους στην αρχική σύμβαση. Το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού διευκρινίζει σαφώς ότι το πεδίο εφαρμογής του περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες τα συμβαλλόμενα μέρη «συμφώνησαν» επί του δικαστηρίου. Έπεται ότι η περιλαμβανόμενη σε σύμβαση ρήτρα περί απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας δεν δύναται καταρχήν να παράγει τα αποτελέσματά της παρά μόνον στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών τα οποία συνήνεσαν επ’ αυτού συνάπτοντας σύμβαση. Για να μπορεί η εν λόγω ρήτρα να αντιταχθεί σε τρίτο, απαιτείται καταρχήν η επ’ αυτού συναίνεσή του. Γεγονός είναι ότι οι προϋποθέσεις και οι τύποι βάσει των οποίων ο τρίτος ως προς τη σύμβαση μπορεί να θεωρηθεί ως συναινέσας σε ρήτρα περί απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας ενδέχεται να ποικίλουν ανάλογα με τη φύση της αρχικής συμβάσεως. (βλ. σκέψεις 31,34,25,36). Επίσης έχει κριθεί συγκεκριμένα, στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως λόγω ευθύνης ασκηθείσας από τον μεταγοραστή εμπορεύματος κατά του κατασκευαστή του, ότι δεν υφίσταται συμβατικός δεσμός μεταξύ του μεταγοραστή και του κατασκευαστή, δεδομένου ότι ο πρώτος δεν ανέλαβε καμία υποχρέωση συμβατικής φύσεως έναντι του. Όταν πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις περί μεταβιβάσεως κυριότητας, η σχέση διαδοχής μεταξύ του αρχικού αγοραστή και του μεταγοραστή δεν ερμηνεύεται ως μεταβίβαση μιας και μόνο συμβάσεως ούτε και του συνόλου των προβλεπομένων από αυτή δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συμβατικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών ενδέχεται να ποικίλουν από σύμβαση σε σύμβαση, οπότε τα δικαιώματα τα οποία ο μεταγοραστής μπορεί να επικαλεστεί έναντι του άνευ ενδιαμέσου πωλήσαντος δεν είναι κατ’ ανάγκη τα ίδια με εκείνα τα οποία ανέλαβε ο κατασκευαστής στο πλαίσιο των σχέσεών του με τον πρώτο αγοραστή (προπαρατεθείσα απόφαση Handte, σκέψη 17). Υπό το φως του συνόλου των προηγηθεισών σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 23 του κανονισμού έχει την έννοια ότι ρήτρα περί απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας, περιλαμβανόμενη σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ του κατασκευαστή ενός προϊόντος και του αγοραστή αυτού, δεν μπορεί να αντιταχθεί στον τρίτο μεταγοραστή, ο οποίος, κατόπιν διαδοχής αλλεπάλληλων συμβάσεων περί μεταβιβάσεως κυριότητας συναφθεισών μεταξύ μερών εγκατεστημένων σε διαφορετικά κράτη μέλη, απέκτησε το εν λόγω προϊόν και προτίθεται να ασκήσει αγωγή κατά του κατασκευαστή λόγω ευθύνης του, εκτός και αν αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω τρίτος έδωσε όντως τη συγκατάθεσή του σε σχέση με τη ρήτρα υπό τις εξαγγελλόμενες στο εν λόγω άρθρο προϋποθέσεις.

Back to Top ↑
  • Books

    Οικογενειακό Διεθνές Δίκαιο

    Επιμέλεια: Χρ. Τσούκα

    Συγγραφέας: Ν. Γεωργουλέας , Ε. Κανελλοπούλου , Τ. Κορκά , Αιμ. Κορωναίος , Αικ. Κρεούζη , Ε. Μουσταΐρα , Σπ. Ορφανός , Μ. Σοφού , Γ. Σωμαράκης , Μ. Σωτηροπούλου , Χρ. Τσούκα , Μ. Ψάρρα

    Νομική Βιβλιοθήκη
    2016
    Περισσότερα εδώ.

  • Το διαζύγιο και οι συνέπειές του στις οικογενειακές έννομες σχέσεις

    Επιμέλεια: Γεώργιος-Αλέξανδρος Γεωργιάδης

    Συγγραφείς: Άνθιμος Απόστολος Μ., Γεωργιάδης Γεώργιος-Αλέξανδρος,Γιαννόπουλος Παναγιώτης, Γκότοβου Χρυσαυγή, Θανασούλη Θεοδώρα Κ.,Κούρτης Βασίλειος, Μαραζοπούλου Βασιλική, Χατζηδανδή Χριστίνα, Ψάρρα Μαρία

    Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη
    2016
    Περισσότερα εδώ.

  • Savigny Report – 2/2015

  • Savigny – Recent News

  • Savigny – Πρόσφατες Ειδήσεις

  • News Calendar

    January 2017
    M T W T F S S
    « Dec    
     1
    2345678
    9101112131415
    16171819202122
    23242526272829
    3031  
  • News Categories

  • News Archives

  • Editors