full screen background image

Events

19 April 2019 - Société de législation comparée – Concours de droit comparé Revue internationale de droit compa ... +++ 11 April 2019 - Formation: Colloque DCCR – Droit de la consommation et protection des données à caractère personnel Revue de droit international et de ... +++ 7 March 2019 - 6ème Atelier de droit comparé – 22 mars 2019 Revue internationale de droit compa ... +++ 6 March 2019 - 2 avril 2019 – Conférence de la section “Droit international privé” Revue internationale de droit compa ... +++ 15 January 2019 - Formation: Legal Project Management – Une nouvelle approche de la gestion de vos dossiers Revue de droit international et de ... +++ 17 December 2018 - 4ème Atelier de droit comparé – 18 janvier 2019 Revue internationale de droit compa ... +++

CJEU Case Law

Published on April 19th, 2019 | by Malamati Zachou

0

Περίληψη: ΔΕΕ 13.09.2018 Υπόθεση C-176/17 Profi Credit Polska. Kαταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων καταναλωτικών δανείων

Λέξεις- κλειδιά: Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 93/13/ΕΚ – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Οδηγία 2008/48/ΕΚ – Διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής βάσει γραμματίου σε διαταγή το οποίο εξασφαλίζει απαιτήσεις που πηγάζουν από σύμβαση καταναλωτικού δανείου

Αριθμός απόφασης: C – 176/17

Δικαστήριο: Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης

Πηγή: ECLI:EU:C:2018:711

Επιμέλεια: Mαλαματή Ζάχου

 

Α. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο Siemianowice Slaskie της Πολωνίας και αφορά την ερμηνεία των άρθρων 6 παρ. 1 και 7 παρ. 1 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου  της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές , καθώς και του άρθρου 17 παρ. 1 και του άρθρου 22 παρ. 1 της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ.

Η Profi Credit Polska, εταιρία με έδρα την Πολωνία (στο εξής: χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή δανειστής) χορήγησε με τυποποιημένη σύμβαση καταναλωτικό δάνειο στον M. Wawrzosek (στο εξής: δανειολήπτης). Η εν λόγω σύμβαση περιελάμβανε ρήτρα που προέβλεπε την υποχρέωση του δανειολήπτη να εκδώσει γραμμάτιο σε διαταγή προς εξασφάλιση των απαιτήσεων του δανειστή. Ο δανειολήπτης εγγυήθηκε την εξόφληση του δανείου αυτού με γραμμάτιο υπογεγραμμένο από τον ίδιο, χωρίς να προσδιορίζεται το ασφαλιζόμενο ποσό. Κατόπιν αδυναμίας του δανειολήπτη να αποπληρώσει το δάνειο, το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα τον ενημέρωσε ότι το γραμμάτιο είχε συμπληρωθεί μέχρι του ύψους του οφειλόμενου ποσού και υπέβαλε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το ποσό των 3268,38 ζλότι (753 ευρώ περίπου) που αναγραφόταν στο γραμμάτιο. Στην αίτησή του επισύναψε το νομοτύπως συμπληρωμένο και υπογεγραμμένο γραμμάτιο καθώς και το έγγραφο καταγγελίας της δανειακής σύμβασης, αλλά όχι και την τυποποιημένη σύμβαση.

Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, μολονότι η δικογραφία που έχει στη διάθεσή του δεν περιέχει την επίμαχη τυποποιημένη σύμβαση, εντούτοις το ίδιο έχει γνώση του γράμματος της συμβατικής ρήτρας που επιβάλλει την έκδοση του γραμματίου από τον δανειολήπτη προς εξασφάλιση της πληρωμής, καθώς έχει πανομοιότυπο περιεχόμενο με όλες τις δανειακές συμβάσεις που συνάπτει η Profi Credit Polska, βάσει των οποίων έχουν υποβληθεί ενώπιον του αιτήσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Περαιτέρω, επισημαίνει πως η πρακτική  κατά τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής βάσει γραμματίου σε διαταγή συνίσταται στο να επισυνάπτεται στο σχετικό δικόγραφο  μόνο το οικείο γραμμάτιο νομοτύπως συμπληρωμένο, χωρίς να απαιτείται οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που να πιστοποιεί την ενοχική σχέση που προϋπάρχει της έκδοσης του γραμματίου, συμπεριλαμβανομένης της σύμβασης καταναλωτικής πίστης. Υπογραμμίζει δε πως για την έκδοση διαταγής πληρωμής, αρκεί να εξακριβωθεί ότι το γραμμάτιο καταρτίστηκε προσηκόντως, τηρουμένων των άρθρων 1 επ. και 101 του πολωνικού νόμου περί συναλλαγματικών και γραμματίων.

Στη συνέχεια το πολωνικό δικαστήριο περιγράφει τα στάδια έκδοσης διαταγής πληρωμής βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου. Στο πρώτο στάδιο, ο δικαστής μπορεί να εκτιμήσει αυτεπαγγέλτως το κύρος του γραμματίου σε διαταγή, αλλά η κρίση του περιορίζεται στην εξέταση της τυπικής νομιμότητας αυτού. Σε δεύτερο στάδιο, σε περίπτωση που ο οφειλέτης ανακόψει τη διαταγή πληρωμής, αυτός μπορεί να αμφισβητήσει και την προϋφιστάμενη του γραμματίου βασική σχέση, όπως είναι και η σύμβαση καταναλωτικής πίστης. Εκτιμά ότι στην υπόθεση που έχει ενώπιον του μπορεί να εξετάσει μόνο τη ενοχική σχέση από το γραμμάτιο  και ότι, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, μολονότι έχει γνώση της βασικής σχέσης, δεν μπορεί να ασκήσει έλεγχο επί των εγγράφων που πιστοποιούν την σχέση αυτή. Συμπεραίνει, λοιπόν, πως εναπόκειται στον καταναλωτή να ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής προκειμένου να κριθεί ο ενδεχομένως καταχρηστικός χαρακτήρας ορισμένων ρητρών ή η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων παροχής πληροφόρησης.

Διερωτάται λοιπόν, αν έχουν οι διατάξεις της οδηγίας 93/13/ΕΚ  (άρθρα 6 παρ. 1 και 7) καθώς και οι διατάξεις της οδηγίας 2008/48/ΕΚ (άρθρα 17 παρ. 1 και 22 παρ. 1) την έννοια ότι αποκλείουν την εκ μέρους δανειστή προβολή κατά καταναλωτή (δανειολήπτη) αξίωσης που αποδεικνύεται με νομοτύπως συμπληρωμένο γραμμάτιο σε διαταγή, στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής που προβλέπει το πολωνικό δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι το εθνικό δικαστήριο περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στην εξέταση του κύρους της υποχρέωσης από το γραμμάτιο από πλευράς τήρησης των τυπικών προϋποθέσεων έκδοσης του γραμματίου, μη υπεισερχόμενο στην εξέταση της βασικής έννομης σχέσης.

Β. Το νομικό πλαίσιο

Άρθρα 1 § 1, 3 § 1, 6 §1, 7 § 1 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, άρθρα 1, 3 στ. γ’, 17 § 1, 22 § 1, 29  της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008.

Γ. Η απόφαση του Δικαστηρίου

Καταρχάς, το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι η απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα από το αιτούν δικαστήριο θα δοθεί υπό το πρίσμα των διατάξεων της οδηγίας 93/13 και μόνον, καθώς οι διατάξεις της οδηγίας 2008/48 δεν αναφέρονται πλέον στα γραμμάτια σε διαταγή, καθώς δεν προέβη σε εναρμόνιση όσον αφορά τα αξιόγραφα αυτά ως μέσο εξασφάλισης σε σύμβαση καταναλωτικής πίστης.

Στη συνέχεια επισήμανε πως το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου  αφορά κατ’ ουσίαν στη διευκρίνιση του αν το άρθρο 6 παρ. 1 και το άρθρο 7 παρ. 1 της οδηγίας έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία επιτρέπει την έκδοση διαταγής πληρωμής βάσει γραμματίου σε διαταγή εκδοθέντος νομοτύπως το οποίο εξασφαλίζει απαίτηση απορρέουσα από σύμβαση καταναλωτικής πίστης, όταν ο δικαστής που επιλαμβάνεται αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν έχει την εξουσία να εξετάσει τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών της σύμβασης αυτής.

Το ΔΕΕ έκρινε πως εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να αποκλείσει πλήρως την εφαρμογή των καταχρηστικών συμβατικών ρητρών ώστε να μην παράγουν δεσμευτικά αποτελέσματα έναντι του καταναλωτή, χωρίς ωστόσο να έχει την εξουσία να αναθεωρεί το περιεχόμενό τους.  Στο πλαίσιο αυτό υπογράμμισε πως, μολονότι ο εθνικός δικαστής οφείλει αυτεπαγγέλτως να εξετάζει τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13 και, κατά τον τρόπο αυτόν, αίρει την ανισότητα που υφίσταται μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία, τούτο εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω δικαστής έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία. Τα ανωτέρω ισχύουν και στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής, καθώς, κατά το ΔΕΕ, η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων που παρέχονται στους καταναλωτές από την οδηγία αυτή κατοχυρώνεται μόνον εφόσον το εθνικό δικονομικό σύστημα παρέχει τη δυνατότητα να πραγματοποιηθεί, στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής ή της διαδικασίας εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής, αυτεπάγγελτος έλεγχος του ενδεχομένως καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών της οικείας σύμβασης.

Εν συνεχεία, το ΔΕΕ υπέμνησε πως, μολονότι δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να συναγάγει από το άρθρο 7 της οδηγίας 93/13 τα κριτήρια που καθορίζουν το πλαίσιο βάσει του οποίου μπορεί να εκτιμηθεί αυτεπαγγέλτως αν τηρούνται οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία αυτή, εντούτοις απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν μία διάταξη όπως το άρθρο του πολωνικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, είναι ικανή εφόσον παραστεί ανάγκη να του παράσχει το πλαίσιο αυτό. Επιπροσθέτως, το ΔΕΕ υπέμνησε πως κάθε περίπτωση στην οποία τίθεται το ζήτημα αν εθνική διάταξη δικονομικού δικαίου θίγει το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένης υπόψη της θέσης που έχει η διάταξη αυτή στην όλη διαδικασία ενώπιον των αρμόδιων εθνικών οργάνων, της εξέλιξης της διαδικασίας και των ιδιαιτεροτήτων της. Ως προς την αρχή της ισοδυναμίας επεσήμανε πως δεν διαθέτει κανένα στοιχείο που να εγείρει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα της επίμαχης στην κύρια δίκη ρύθμισης με την εν λόγω αρχή. Τέλος, το ΔΕΕ υπογράμμισε πως όταν δεν ασκείται αποτελεσματικός έλεγχος του ενδεχομένως καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών της οικείας σύμβασης, δεν μπορεί να διασφαλιστεί ο σεβασμός των δικαιωμάτων που παρέχει η οδηγία 93/13

Όσο δε αφορά τις δικονομικές προϋποθέσεις άσκησης ανακοπής, όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, διαπίστωσε πως στο μέτρο που επιβάλλουν στον καταναλωτή την υποχρέωση να προβεί εντός προθεσμίας δύο εβδομάδων από την επίδοση της διαταγής πληρωμής στην επίκληση πραγματικών περιστατικών και στην προσκόμιση των αποδεικτικών στοιχείων που παρέχουν στον δικαστή τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει την εκτίμηση αυτή και στο μέτρο που συνεπάγονται επιβάρυνση  του καταναλωτή λόγω του τρόπου υπολογισμού των δικαστικών εξόδων, προκαλούν τον κίνδυνο να μην ασκήσουν οι ενδιαφερόμενοι καταναλωτές την απαιτούμενη ανακοπή.

Το ΔΕΕ, ενόψει των ανωτέρω, αποφάνθηκε ότι το άρθρο 7 παρ. 1 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία επιτρέπει την έκδοση διαταγής πληρωμής βάσει γραμματίου σε διαταγή εκδοθέντος νομοτύπως,  το οποίο εξασφαλίζει απαίτηση απορρέουσα από σύμβαση καταναλωτικής πίστης, όταν ο δικαστής που επιλαμβάνεται αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν έχει την εξουσία να εξετάσει τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών της σύμβασης αυτής, καθόσον οι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος ανακοπής κατά της οικείας διαταγής πληρωμής δεν διασφαλίζουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων που αντλεί ο καταναλωτής από την οδηγία αυτή.





About the Author


Back to Top ↑