full screen background image

Events

4 June 2019 - Formation Lexing – Marketing et RGPD Editions Larcier, ici   Format ... +++ 19 April 2019 - Société de législation comparée – Concours de droit comparé Revue internationale de droit compa ... +++ 11 April 2019 - Formation: Colloque DCCR – Droit de la consommation et protection des données à caractère personnel Revue de droit international et de ... +++ 7 March 2019 - 6ème Atelier de droit comparé – 22 mars 2019 Revue internationale de droit compa ... +++ 6 March 2019 - 2 avril 2019 – Conférence de la section “Droit international privé” Revue internationale de droit compa ... +++ 15 January 2019 - Formation: Legal Project Management – Une nouvelle approche de la gestion de vos dossiers Revue de droit international et de ... +++

*Law of Aliens

Published on May 7th, 2019 | by Konstantina.Liontou

0

Η «συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» ως λόγος δίωξης στα πλαίσια του άρθρου 1Α (2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και/ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το καθεστώς των Προσφύγων.

Εισαγωγή

Στο σύγχρονο διεθνές δίκαιο, το νομικό καθεστώς που εφαρμόζεται στους πρόσφυγες και, ειδικότερα, στην προσφυγική ιδιότητα πηγάζει σε οικουμενικό επίπεδο από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Καθεστώς των Προσφύγων της 28ης Ιουλίου 1951 και το Πρωτόκολλο για το Καθεστώς των Προσφύγων της 31ης Ιανουαρίου 1967.

Η Σύμβαση του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967 προβλέπουν συνεργασία μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών και του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες σχετικά με την πρακτική εφαρμογή των διατάξεων που περιέχονται στα ως άνω κείμενα. Αυτή η συνεργασία εκτείνεται επίσης και στον προσδιορισμό της προσφυγικής ιδιότητας, σύμφωνα με τη διαδικασία που έχει υιοθετηθεί από τα διάφορα συμβαλλόμενα κράτη.

Ορισμός

Σύμφωνα με το άρθρο 1 Α (2) της Σύμβασης [όπως κυρώθηκε με το Ν.Δ. 3989/1959] ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται σε κάθε πρόσωπο που: «συνεπεία γεγονότων επελθόντων πρό της 1ης Ιανουαρίου 1951 και δεδικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα και δεν δύναται ή , λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης, ή εάν μη έχον υπηκοότητα τινά και ευρισκόμενον συνεπεία τοιούτων γεγονότων εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους αυτού διαμονής, δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να επιστρέψη εις ταύτην».

Εννοιολογικά στοιχεία

Για να αναγνωριστεί ένα πρόσωπο πρόσφυγας, πρέπει να επικαλεστεί δικαιολογημένο φόβο δίωξης για έναν από τους πέντε λόγους δίωξης που απαριθμούνται στο άρθρο 1 Α (2) της Σύμβασης του 1951. Είναι επουσιώδες εάν η δίωξη οφείλεται σε έναν λόγο ή σε συνδυασμό δύο ή περισσοτέρων από αυτούς. Ο αιτών δεν έχει συχνά επίγνωση των λόγων για τους οποίους φοβάται ότι θα υποστεί διώξεις. Δεν είναι ωστόσο υποχρέωσή του να αναλύσει την υπόθεσή του σε τέτοια έκταση ώστε να προσδιοριστούν οι λόγοι με λεπτομέρεια.

Ερμηνευτικά, η «συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα», είναι η λιγότερο αποσαφηνισμένη βάση αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα, η οποία μάλιστα δεν ορίζεται στην Σύμβαση. Παρότι κατά την έννοια του άρθρου 1 Α (2) ο «κατάλογος» των ομάδων που μπορούν να αποτελέσουν «ιδιαίτερες κοινωνικές ομάδες», δεν είναι εξαντλητικός και παρότι η Σύμβαση δεν αναφέρεται σε ιδιαίτερο κατάλογο κοινωνικών ομάδων ούτε η ιστορία της κύρωσής της αντανακλά την άποψη ότι υπάρχει μια κατηγορία εντοπισμένων ομάδων που μπορεί να υπαχθούν σε αυτή την βάση αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα, οι έννομες τάξεις των συμβαλλόμενων στη Σύμβαση του 1951 κρατών έχουν αναγνωρίσει ότι οι γυναίκες, οι οικογένειες, οι φυλές, οι επαγγελματικές ομάδες και οι ομοφυλόφιλοι αποτελούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, η συμμετοχή τους στην οποία μπορεί να υποδηλώνει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης.

Ακριβώς επειδή η «συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» είναι ένας από τους λόγους δίωξης με το λιγότερο αποσαφηνισμένο περιεχόμενο, η ερμηνεία του ποικίλει. Δύο, όμως είναι οι ερμηνείες που φαίνεται να έχουν κυριαρχήσει.

Η πρώτη, που στηρίζεται στην προσέγγιση των «προστατευόμενων χαρακτηριστικών» (συχνά αποκαλούμενη προσέγγιση των «αμετάβλητων χαρακτηριστικών της κοινωνικής ομάδας») εξετάζει εάν τα μέλη της ομάδας συνδέονται με ένα αμετάβλητο χαρακτηριστικό ή με χαρακτηριστικά τα οποία είναι τόσο θεμελιώδη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ώστε δεν είναι δυνατό να ζητηθεί από τα μέλη της να αναγκαστούν να τα απαρνηθούν. Ένα αμετάβλητο χαρακτηριστικό μπορεί να είναι εγγενές (όπως το φύλο ή η εθνική καταγωγή) ή αναλλοίωτο για άλλους λόγους (όπως κάποιο ιστορικό γεγονός που συνδέει τα μέλη της ομάδας, το επάγγελμα ή η κατάσταση). Ο υπεύθυνος να αποφασίσει επί του αιτήματος ασύλου που υιοθετεί αυτή την άποψη θα εξετάσει εάν η συγκεκριμένη ομάδα ορίζεται : α) από ένα έμφυτο αναλλοίωτο χαρακτηριστικό, β) από κάποια παρελθούσα ή εκούσια κατάσταση η οποία δεν μπορεί να αλλάξει λόγω της ιστορικής της διάρκειας ή γ) από ένα γνώρισμα ή δεσμό που έχει τόσο θεμελιώδη χαρακτήρα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ώστε τα μέλη της ομάδας δεν μπορούν να το απαρνηθούν. Εφαρμόζοντας αυτήν την ερμηνευτική προσέγγιση τα δικαστήρια και τα διοικητικά όργανα αρκετών έννομων τάξεων κατέληξαν για παράδειγμα στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες, οι ομοφυλόφιλοι και οι οικογένειες μπορεί να αποτελέσουν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα κατά την έννοια του άρθρου 1 Α (2) της Σύμβασης του 1951.

Η δεύτερη ερμηνευτική προσέγγιση εξετάζει εάν η ομάδα προσδιορίζεται με βάση ένα κοινό χαρακτηριστικό που την καθιστά διακριτή ή την τοποθετεί στο περιθώριο της κοινωνίας. Πρόκειται για την προσέγγιση της «κοινωνικής οριοθέτησης» της ομάδας. Έχει αναγνωριστεί, και στα πλαίσια εφαρμογής αυτής της θεωρητικής ανάλυσης, ότι οι γυναίκες, οι οικογένειες και οι ομοφυλόφιλοι αποτελούν ιδιαίτερες κοινωνικές ομάδες ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στην κοινωνία όπου ζουν.

Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες θεώρησε ότι είναι καταλληλότερο να υιοθετηθεί ένας και μοναδικός ορισμός που ενσωματώνει και τις δύο προσεγγίσεις σύμφωνα με τον οποίο: «η ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα είναι μια ένωση προσώπων που συνδέονται με ένα κοινό χαρακτηριστικό, άλλο από το φόβο δίωξης ή που αντιμετωπίζονται ως ομάδα από την κοινωνία. Το χαρακτηριστικό είναι συχνά έμφυτο, αναλλοίωτο ή θεμελιώδες για την ταυτότητα, τη συνείδηση ή την άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μελών της». ΄Έτσι, ο ορισμός αυτός περιλαμβάνει χαρακτηριστικά τα οποία είναι ιστορικά και άρα αμετάβλητα καθώς και αυτά που αν και είναι εφικτή η αλλαγή τους, αυτή δεν μπορεί να απαιτηθεί επειδή αφορούν στον πυρήνα της ταυτότητας του ατόμου ή εκφράζουν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

Ο ρόλος της δίωξης

Η ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα δεν μπορεί να οριστεί με αποκλειστική αναφορά στη δίωξη που υποφέρουν τα μέλη της ή στον κοινό φόβο δίωξης. Όμως, η διωκτική ενέργεια σε βάρος της ομάδας μπορεί να αποτελεί καίριας σημασίας παράγοντα για τον εντοπισμό της σε μια ιδιαίτερη κοινότητα. Επιπροσθέτως, ο αιτών άσυλο δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι τα μέλη της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας γνωρίζονται μεταξύ τους ή ότι συνδέονται ως ομάδα. Δηλαδή η συνοχή δεν αποτελεί προϋπόθεση της αναγνώρισης της ιδιαίτερη κοινωνικής ομάδας. Καθοριστικός παράγοντας είναι η ύπαρξη ενός κοινού χαρακτηριστικού που μοιράζονται τα μέλη της ομάδας, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι δεν απαιτείται από τον αιτούντα άσυλο να αποδείξει ότι όλα τα μέλη της φοβούνται τη δίωξη. Τέλος, ως προς το μέγεθος της προς εξακρίβωση ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, λεκτέον ότι δεν αποτελεί καθοριστικό κριτήριο για τον καθαρισμό της ύπαρξης μιας τέτοιας ομάδας. Το γεγονός ότι σημαντικός αριθμός του πληθυσμού κινδυνεύει να υποστεί δίωξη δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο άρνησης της παροχής διεθνούς προστασίας εφόσον έτσι κι αλλιώς το δικαιούνται.

Μη κρατικά όργανα δίωξης και σχέση αιτίας και αποτελέσματος

Αιτούντες άσυλο που ζητούν την αναγνώριση της προσφυγικής ιδιότητας λόγω της συμμετοχής τους σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα συχνά επικαλούνται κίνδυνο δίωξης από μη κρατικά όργανα. Σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1951 ο αιτών άσυλο πρέπει να έχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης και αυτός ο φόβος να στηρίζεται σε έναν (ή περισσότερους) από τους λόγους που απαριθμούνται εξαντλητικά σ’ αυτήν. Δεν απαιτείται να είναι κρατικό το όργανο δίωξης. Μπορεί να αποτελούν δίωξη οι σοβαρές πράξεις διάκρισης ή επίθεσης που διαπράττονται από ιδιώτες εφόσον οι κρατικές αρχές τις ανέχονται ή εάν αρνούνται ή αποδεικνύονται αδύναμες να παρέχουν αποτελεσματική προστασία. Η σχέση αιτίας-αποτελέσματος αποδεικνύεται όταν ο αιτών άσυλο επικαλείται δίωξη ή απειλή δίωξης από μη κρατικά όργανα για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στη Σύμβαση και το κράτος δεν επιθυμεί ή αδυνατεί να τον προστατεύσει. Δηλαδή προκαλείται βλάβη στο θύμα για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στη Σύμβαση.

Πηγές:

Εγχειρίδιο για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων (https://www.unhcr.org/cy/wp-content/uploads/sites/41/2018/01/HANDBOOK.pdf).

Ερμηνεύοντας το άρθρο 1 της Σύμβασης του 1951 για το καθεστώς των προσφύγων (https://www.refworld.org/cgi-bin/texis/vtx/rwmain/opendocpdf.pdf?reldoc=y&docid=4ba896842)

Κατευθυντήριες Οδηγίες για την διεθνή προστασία των προσφύγων (https://www.refworld.org/cgi-bin/texis/vtx/rwmain/opendocpdf.pdf?reldoc=y&docid=4c493c972)

 

Επιμέλεια: Κωνσταντίνα Λιόντου





About the Author


Back to Top ↑